🇬🇷/🇬🇧 EN/GR bilingual interview
Σε μια συνέντευξη που ενώνει την τεχνολογική θεωρία με την υπαρξιακή πράξη, ο Καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης Βασίλης Κωστάκης συνομιλεί με τον Αντώνη Μάριο ΠαΠαγιώτη, στο Cyberscope, για τη συνεργατική παραγωγή, τη σημασία της ψηφιακής ψυχολογικής ασφάλειας, την αποανάπτυξη, τα Κοινά, και τον τρόπο που η τεχνολογία μπορεί να καλλιεργεί την κοινότητα αντί να αποξενώνει.
Η συνέντευξη δημοσιεύεται τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά.
Φωτογραφία © Αχιλλέας Φρέστας
(Το πλήρες βιογραφικό του Β. Κωστάκη παρατίθεται στο τέλος της συνέντευξης,
ενώ ακολουθεί έπειτα η αγγλική εκδοχή της)
Στο πλαίσιο της ομότιμης παραγωγής των Κοινών, όπως αυτή αναλύεται στο έργο σας, πώς επαναπροσδιορίζεται η έννοια της τεχνολογικής υποκειμενικότητας; Μπορούν τα αποκεντρωμένα μοντέλα σχεδιασμού να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως φορείς νοήματος εντός ψηφιακών κοινοτήτων;
Η έννοια της τεχνολογικής υποκειμενικότητας αναδιαμορφώνεται ουσιωδώς μέσα από την ομότιμη παραγωγή των Κοινών. Αντί τα άτομα να τοποθετούνται στη θέση των παθητικών καταναλωτών ή χρηστών κλειστών τεχνολογιών, τα αποκεντρωμένα μοντέλα σχεδιασμού τα καθιστούν συν-δημιουργούς και φορείς νοήματος. Όταν κάποιος/α συμβάλλει στη Wikipedia, αναπτύσσει ανοιχτού κώδικα γεωργικά εργαλεία με τους L’Atelier Paysan ή κατασκευάζει μικρές ανεμογεννήτριες μέσω του Wind Empowerment, δεν αξιοποιεί απλώς ένα τεχνολογικό εργαλείο· συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των τεχνολογικών Κοινών, ενώ ταυτόχρονα αναδιαμορφώνεται ο ίδιος μέσα από τη συνεργατική διαδικασία.
Η μετατόπιση σηματοδοτεί τη μετάβαση από ιεραρχικές σχέσεις εξάρτησης σε σχέσεις ομότιμης συνεργασίας, όπου κάθε άτομο συνεισφέρει ανάλογα με τις ικανότητές του και ωφελείται από το συλλογικό αποτέλεσμα. Η τεχνολογική υποκειμενικότητα, λοιπόν, ενσωματώνεται σε δίκτυα αμοιβαίας υποστήριξης, αντί να παραμένει απομονωμένη μέσα σε έναν αδιάκοπο ανταγωνισμό.
Η μαζική συμμετοχή στις πλατφόρμες επικοινωνίας, όπως αυτή διαμορφώνεται από την αλγοριθμική οικονομία της προσοχής, συνοδεύεται συχνά από αισθήματα αποξένωσης ή υπερφόρτωσης πληροφορίας. Βάσει της έρευνάς σας γύρω από τα Κοινά και τις ψηφιακές υποδομές, πώς μπορεί να επανανοηματοδοτηθεί η έννοια της συμμετοχής χωρίς να ταυτίζεται με την κατανάλωση ή την παθητική αλληλεπίδραση;
Η αλγοριθμική οικονομία της προσοχής αντιμετωπίζει τη συμμετοχή ως εμπόρευμα. «Συμμετέχεις» κάνοντας κλικ, πατώντας «μου αρέσει» ή κάνοντας swap, όμως αυτές οι ενέργειες παράγουν αξία για τους ιδιοκτήτες των πλατφορμών, αφήνοντας μας με ένα αίσθημα εξάντλησης.
Στα Κοινά, η συμμετοχή είναι συνεισφορά, φροντίδα και ουσιαστική συναπόφαση. Σκεφτείτε τις κοινότητες που κατασκευάζουν ανεμογεννήτριες μικρής κλίμακας ή τους αγρότες που σχεδιάζουν οι ίδιοι τα εργαλεία τους δείχνουν ότι η συμμετοχή σημαίνει συνεργατική επίλυση προβλημάτων, ανταλλαγή γνώσης και συλλογική διαχείριση των πόρων. Δεν πρόκειται για παθητική κατανάλωση, αλλά για ενεργή δημιουργία. Τα οφέλη δεν είναι απλώς ατομικά, αλλά κοινοτικά.
Χρειαζόμαστε υποδομές όπου όσοι χρησιμοποιούν και δημιουργούν ένα αγαθό είναι οι ίδιοι που αποφασίζουν για το μέλλον του. Αυτή είναι η εμβάθυνση της δημοκρατίας μέσω των Κοινών.
Στο ερευνητικό έργο σας έχετε αναδείξει τη σημασία της συν-παραγωγής γνώσης εκτός των θεσμικών πλαισίων. Πώς διαμορφώνεται η επιστημική εγκυρότητα όταν η γνώση αναδύεται μέσα από κατανεμημένες ομότιμες κοινότητες, και με ποιους τρόπους μπορούν τέτοιες διαδικασίες να λειτουργήσουν ως εναλλακτικά πλαίσια κοινωνικής μάθησης και ενδυνάμωσης;
Όταν η γνώση αναδύεται μέσα από κατανεμημένες ομότιμες κοινότητες -είτε πρόκειται για την ανάπτυξη λογισμικού, την αγροτική καινοτομία ή τα συστήματα ανανεώσιμης ενέργειας- η εγκυρότητα διαμορφώνεται μέσω επαναληπτικού ελέγχου, ομότιμης αξιολόγησης και πρακτικής εφαρμογής, αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε μια γραφειοκρατική πιστοποίηση.
Ας σκεφτούμε τα παραδείγματα του GNU/Linux ή του Apache, δύο εμβληματικών έργων ελεύθερου και ανοιχτού λογισμικού. Δεν αποτελούν προϊόντα κερδοσκοπίας, ωστόσο στηρίζουν την πλέον κρίσιμη ψηφιακή υποδομή του κόσμου. Η εγκυρότητά τους απορρέει από τις διαφανείς διαδικασίες ανάπτυξης, τη συνεχή βελτίωση από μια πολυμορφική κοινότητα συνεισφερόντων και την αποδεδειγμένη λειτουργικότητά τους στον πραγματικό κόσμο.
Αυτές οι κατανεμημένες διαδικασίες μπορούν να λειτουργήσουν ως συμπληρωματικά πλαίσια κοινωνικής μάθησης. Εκδημοκρατίζουν την παραγωγή γνώσης, διατηρώντας ταυτόχρονα υψηλά πρότυπα μέσα από τη συλλογική επιτήρηση και τον συνεχή έλεγχο. Έτσι ενδυναμώνουν άτομα που ενδέχεται να αποκλείονται από τα παραδοσιακά ιδρύματα, προάγοντας και διαφυλάσσοντας την ποιότητα μέσω της ποικιλίας των οπτικών.
Σε πρωτοβουλίες όπως το Tzoumakers, όπου το φυσικό περιβάλλον ενσωματώνεται στον ψηφιακό σχεδιασμό, ποιες ενδείξεις παρατηρείτε σχετικά με τον ψυχολογικό αντίκτυπο των υβριδικών χώρων στα άτομα που επιδιώκουν να δημιουργούν, να μαθαίνουν και να συνδέονται σε πλαίσια που υπερβαίνουν τη δυαδικότητα ψηφιακού/αναλογικού;
Σε πρωτοβουλίες όπως το Tzoumakers, το Boulouki, το Wind Empowerment ή το L’Atelier Paysan, παρατηρούμε το εξής: Όταν οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν ταυτόχρονα με τα ψηφιακά εργαλεία σχεδιασμού και με το απτό, φυσικό περιβάλλον της υπαίθρου, είτε πρόκειται για την Ελλάδα, το Νεπάλ, την Αιθιοπία ή τη Γαλλία, βιώνουν μια «συμφιλίωση».
Η χειρωνακτική εργασία για την κατασκευή ενός εργαλείου ή τη συντήρηση μιας υποδομής, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή σε παγκόσμια δίκτυα γνώσης, δημιουργεί ένα αίσθημα ριζωμένης σύνδεσης με τον τόπο, το οποίο συνυπάρχει με την αίσθηση συμμετοχής σε ένα ευρύτερο σύνολο. Δεν πρόκειται για κάτι αμιγώς τοπικό ή αποκλειστικά ψηφιακό, αλλά αυτό που αποκαλούμε κοσμοτοπικό (cosmolocal): το «ελαφρύ» (δηλαδή η γνώση, τα σχέδια) είναι παγκόσμιο, ενώ το «βαρύ» (η κατασκευή, τα μηχανήματα) είναι τοπικό.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, το φαινόμενο αυτό φαίνεται να ανταποκρίνεται σε ό,τι είχε επισημάνει ο William Morris πριν από περισσότερο από έναν αιώνα: στην ανάγκη για μη αλλοτριωμένη εργασία, η οποία προσφέρει ευχαρίστηση τόσο στη δημιουργό όσο και στη χρήστρια. Οι συμμετέχοντες/ουσες αναφέρουν ότι αισθάνονται ισχυρότερη σύνδεση με τις κοινότητές τους και το φυσικό τους περιβάλλον, ενώ νιώθουν πως αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου, παγκόσμιου εγχειρήματος. Ο υβριδικός αυτός χώρος υπερβαίνει τη ψευδή δυαδικότητα ψηφιακού και αναλογικού, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη εμπειρία νοηματοδοτημένης δημιουργίας.
Οι κοινότητες παραγωγής που βασίζονται στα Κοινά συχνά αντιμετωπίζουν προκλήσεις που δεν είναι μόνο υλικές ή θεσμικές, αλλά και υπαρξιακές, ιδίως όταν αμφισβητούνται οι κυρίαρχες αφηγήσεις της τεχνολογικής προόδου. Πώς ερμηνεύετε τη διαχείριση αυτών των εντάσεων και με ποιους τρόπους μπορεί να ενισχυθεί η ψυχολογική ανθεκτικότητα των συμμετεχόντων σε τέτοιες συλλογικές διαδικασίες;
Οι κοινότητες που βασίζονται στα Κοινά πράγματι εμπλέκονται σε έναν υπαρξιακό αγώνα, όχι απλώς για να δημιουργήσουν εναλλακτικές προτάσεις, αλλά συχνά -όχι, όμως, πάντοτε- για να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη αφήγηση σύμφωνα με την οποία η τεχνολογική πρόοδος ταυτίζεται με την κερδοσκοπία και την αέναη «ανάπτυξη».
Αυτό γεννά εντάσεις. Όταν σου λένε ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική» και εσύ προσπαθείς να οικοδομήσεις μία, έρχεσαι αντιμέτωπος με συνεχή αμφιβολία, έλλειψη πόρων και τον κίνδυνο ενσωμάτωσης στο κυρίαρχο σύστημα. Έχω δει κοινότητες να δοκιμάζονται υπό τέτοιες πιέσεις.
Η ψυχολογική ανθεκτικότητα σε αυτά τα πλαίσια μπορεί να προκύψει από διάφορες πηγές: από τα απτά αποτελέσματα όσων έχουν συλλογικά οικοδομηθεί, από την αλληλεγγύη της ίδιας της κοινότητας, καθώς και από τη σύνδεση με ευρύτερα κινήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι επίσης σημαντικό να υπάρχει ειλικρίνεια απέναντι στις αντιφάσεις. Πολλά εγχειρήματα των Κοινών στηρίζονται εν μέρει σε σχέσεις αγοράς για τη χρηματοοικονομική τους βιωσιμότητα· αντί να εκλαμβάνεται αυτό ως αποτυχία, αναγνωρίζεται ως προσπάθεια πλοήγησης μέσα στην πολύπλοκη πραγματικότητα της μετάβασης.
Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας προϋποθέτει τη δημιουργία χώρων αναστοχασμού, την αναγνώριση των μικρών επιτυχιών, τη διατήρηση δεσμών μεταξύ κοινοτήτων και τη συνειδητοποίηση ότι οι συλλογικές προσπάθειες λειτουργούν ως σπόροι οι οποίοι χρειάζονται χρόνο για να ανθίσουν.
Στο πλαίσιο της κριτικής θεωρίας της τεχνολογίας που ενσωματώνετε στην διδασκαλία και την έρευνά σας, αναδεικνύεται συχνά η σημασία του ανθρώπου ως συμμέτοχου στον σχεδιασμό (συν-σχεδιαστή). Πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι οι χρήστες δεν αναπαράγουν απλώς τεχνολογικές φόρμες, αλλά συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση εργαλείων που αντανακλούν τις αξίες και τις ανάγκες τους;
Στη διδασκαλία μου, βοηθώ τους φοιτητές να κατανοήσουν ότι οι τεχνολογίες δεν αποτελούν ουδέτερα εργαλεία, αλλά ενσωματώνουν συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις και αξίες. Η τεχνολογία είναι αμφίσημη.
Για να μπορέσουν οι χρήστες να καταστούν πραγματικοί συν-σχεδιαστές και όχι απλοί αναπαραγωγοί, απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις: προσβάσιμη τεκμηρίωση και αρχεία σχεδιασμού (ανοιχτού κώδικα), κοινόχρηστα εργαστήρια και εργαλεία (όπως τα makerspaces), υποστηρικτικές κοινότητες πρόθυμες να καθοδηγήσουν τους νεοεισερχόμενους και, το κυριότερο, χρόνος και πόροι για πειραματισμό.
Τα παραδείγματα που μελετώ -από το L’Atelier Paysan και το Boulouki έως το LibreSpace και το Wind Empowerment– καταδεικνύουν αυτή τη διαδικασία. Οι συμμετέχουσες δεν αντιγράφουν απλώς τα σχέδια των μηχανών· τα προσαρμόζουν στις τοπικές συνθήκες, τα βελτιώνουν και επιστρέφουν τις τροποποιήσεις τους στην κοινότητα. Αυτή η επαναληπτική διαδικασία οικειοποίησης και καινοτομίας είναι ο τρόπος με τον οποίο διασφαλίζουμε ότι οι τεχνολογίες αντανακλούν τις βιωμένες ανάγκες και όχι επιβεβλημένες λύσεις.
Στην πρότασή σας για μια μετάβαση προς την «απο-ανάπτυξη», νοούμενη με όρους τεχνικής επάρκειας και κοινωνικής ισορροπίας, ποιοι ψυχολογικοί παράγοντες θεωρείτε ότι ενισχύουν ή παρεμποδίζουν τη βιωσιμότητα τέτοιων δικτύων; Πώς σχετίζεται η βιωσιμότητα με το αίσθημα του ανήκειν και τη νοηματοδότηση της εμπειρίας;
Η έννοια της «απο-ανάπτυξης» ή «απο-μεγένθυσης» (degrowth) αμφισβητεί βαθιά ριζωμένες παραδοχές σχετικά με την πρόοδο, την επιτυχία και την αξία. Σε ψυχολογικό επίπεδο, αυτό είναι ιδιαίτερα απαιτητικό.
Οι παράγοντες που υποστηρίζουν τέτοιες κοινότητες ενδεχομένως περιλαμβάνουν: ένα ισχυρό αίσθημα σκοπού πέρα από τη συσσώρευση, την εγγενή ικανοποίηση που απορρέει από μια νοηματοδοτημένη εργασία, τη γνήσια αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα και την αναγνώριση της αξίας της συμβολής του κάθε ατόμου, ανεξαρτήτως κλίμακας. Όταν οι άνθρωποι κατανοούν ότι αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου εγχειρήματος -της προστασίας των οικοσυστημάτων, της διαφύλαξης των Κοινών της γνώσης, της οικοδόμησης ανθεκτικών κοινοτήτων- αποκτούν ένα νόημα που υπερβαίνει τα καταναλωτικά μέτρα επιτυχίας.
Η βιωσιμότητα συνδέεται άρρηκτα με το αίσθημα του ανήκειν και τη νοηματοδότηση. Εάν ένα Κοινό συντηρείται αποκλειστικά μέσα από αίσθημα υποχρέωσης ή λογική σπανιότητας, είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Αντίθετα, όταν οι άνθρωποι αντλούν γνήσια ικανοποίηση, όταν αισθάνονται ότι αναγνωρίζονται και εκτιμώνται, όταν συνδημιουργούν κάτι όμορφο, τότε η βιωσιμότητα αναδύεται φυσικά και οργανικά.
Αντιστρόφως, οι παράγοντες που παρεμποδίζουν τη βιωσιμότητα των Κοινών περιλαμβάνουν την επίμονη αφήγηση ότι η ανάπτυξη ισοδυναμεί με επιτυχία, την οικονομική επισφάλεια που εξαναγκάζει τους ανθρώπους να επιστρέφουν σε εξαντλητικές μορφές εργασίας, καθώς και την απομόνωση από υποστηρικτικές κοινότητες.
Έχετε εκτενώς μελετήσει τις επιδράσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού στην ακαδημαϊκή εμπειρία, ιδίως σε συνθήκες κρίσης. Ποιες μορφές ψηφιακής παιδαγωγικής θεωρείτε ικανές να ενισχύσουν την ενεργό συμμετοχή των φοιτητών χωρίς να υπονομεύουν το αίσθημα κοινότητας και τον διαπροσωπικό διάλογο;
Η ψηφιακή παιδαγωγική που ενισχύει την ενεργό συμμετοχή των φοιτητών/τριών προϋποθέτει βαθιές μεταβολές τόσο στη μεθοδολογία όσο και στη νοοτροπία. Αντί οι φοιτητές/τριες να αντιμετωπίζονται ως παθητικοί δέκτες μεταδιδόμενου περιεχομένου, οφείλουμε να υιοθετήσουμε συμμετοχικές προσεγγίσεις που τους τοποθετούν στη θέση των συν-δημιουργών της γνώσης, αντλώντας έμπνευση από τις αρχές της συμμετοχικής έρευνας δράσης (participatory action research), όπου οι ίδιες οι κοινότητες προσδιορίζουν τις προτεραιότητές τους και συνδιαμορφώνουν τη διαδικασία της έρευνας. Αυτό συνεπάγεται τη διαμόρφωση αξιολογήσεων που δίνουν έμφαση στη διαδικασία και όχι αποκλειστικά στο αποτέλεσμα, την ενίσχυση δικτύων ομότιμης μάθησης και την καλλιέργεια μιας «αργής παιδαγωγικής» (slow pedagogy), η οποία σέβεται τους χρονικούς ρυθμούς που απαιτούνται για βαθιά ενασχόληση και οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Η τεχνολογία, σε αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί ως εργαλείο συνεργασίας και όχι ως μέσο αποδοτικότητας, επιτρέποντας στους φοιτητές/τριες να αναπτύσσουν κριτικές δεξιότητες μέσα από ουσιαστικό διάλογο και όχι απλή κατανάλωση περιεχομένου.
Ωστόσο, η τεχνολογία από μόνη της δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη σωματοποιημένη παρουσία· η κοινότητα προϋποθέτει προσεκτική καλλιέργεια που να αντιστέκεται στις ατομικιστικές τάσεις των ψηφιακών εργαλείων. Αυτό απαιτεί μικρότερες ομάδες που επιτρέπουν τον βαθύτερο διάλογο και ευκαιρίες ανεπίσημης επικοινωνίας που αναπαράγουν την εμπιστοσύνη, απαραίτητη για τη μετασχηματιστική μάθηση.
Ιδανικά, χρειαζόμαστε υβριδικά μοντέλα που συνδυάζουν τη ψηφιακή προσβασιμότητα με περιοδικές δια ζώσης συναντήσεις, δημιουργώντας αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ζωντανά εργαστήρια» (living laboratories), όπου οι φοιτήτριες/ες πειραματίζονται με συνεργατικές πρακτικές σε πραγματικά κοινωνικά περιβάλλοντα. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν θα χρησιμοποιούμε ψηφιακά εργαλεία, αλλά πώς θα τα χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά για τη δημιουργία σχέσεων μεταξύ μας και τη συλλογική παραγωγή γνώσης που καθιστά τη μάθηση ουσιαστική.
Οι δομές κατανεμημένης τεχνολογίας και ανοιχτών συστημάτων που υποστηρίζετε ενδέχεται να έρθουν σε αντίστιξη με τις πρακτικές αλγοριθμικής επιτήρησης. Ποιες είναι οι θεωρητικές και πρακτικές προκλήσεις αυτής της σύγκρουσης και πώς μπορεί να κατοχυρωθεί η ψηφιακή αυτονομία χωρίς να απολέσει την κοινωνική της ευθύνη;
Η σύγκρουση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα των σύγχρονων αγώνων γύρω από την τεχνολογία. Οι κατανεμημένες ή ομότιμες υποδομές και τα ανοικτά συστήματα που υποστηρίζω αφορούν την αναζήτηση και επαναδιεκδίκηση της αυτονομίας απέναντι στον αλγοριθμικό καπιταλισμό της επιτήρησης.
Ωστόσο, η αυτονομία χωρίς ευθύνη μετατρέπεται σε φιλελεύθερο ατομικισμό, τον οποίο απορρίπτω ρητά. Η πρόκληση έγκειται στη δημιουργία συστημάτων ταυτόχρονα αποκεντρωμένων -ώστε να αντιστέκονται στον κάθετο έλεγχο- και λογοδοτούντων, ώστε να ανταποκρίνονται στις συλλογικές ανάγκες και αξίες. Σε θεωρητικό επίπεδο, αυτό προϋποθέτει διακυβέρνηση βασισμένη στα Κοινά, δηλαδή κανόνες που θεσπίζονται από τις ίδιες τις κοινότητες, διαφανή πρωτόκολλα και μηχανισμούς αντιμετώπισης της βλάβης ή της κατάχρησης. Σε πρακτικό επίπεδο, σημαίνει ότι η λογοδοσία πρέπει να ενσωματώνεται εξαρχής στον σχεδιασμό και όχι να προστίθεται εκ των υστέρων ως συμπλήρωμα.
Παραδείγματα όπως το Mastodon (ομοσπονδιακή κοινωνική δικτύωση) ή τα κοινοτικά δίκτυα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτυπώνουν αυτήν την ισορροπία: τα άτομα είναι αυτόνομα, αλλά παραμένουν ενταγμένα σε κοινότητες που μοιράζονται κοινές αξίες, κανόνες και φροντίδα.
Κατά τη γνώμη σας, ποιος είναι ο ρόλος της ψυχολογικής ασφάλειας στον σχεδιασμό τεχνολογιών ανοιχτού κώδικα; Μπορεί η ανοικτότητας να γίνει αντιληπτή όχι μόνο ως ζήτημα διαφάνειας και τεχνολογικής προσβασιμότητας, αλλά και ως προϋπόθεση για την καλλιέργεια ψυχικά υποστηρικτικών ψηφιακών περιβαλλόντων;
Τείνουμε να εστιάζουμε στη διαφάνεια, την προσβασιμότητα και την αδειοδότηση, αλλά η ψυχολογική ασφάλεια είναι εξίσου θεμελιώδης. Οι τεχνολογίες ανοιχτού κώδικα οφείλουν να δημιουργούν περιβάλλοντα όπου οι άνθρωποι αισθάνονται ασφαλείς να πειραματιστούν, να αποτύχουν, να θέσουν ερωτήματα και να αμφισβητήσουν παραδοχές. Αυτό απαιτεί συνειδητή καλλιέργεια κοινοτικών κανόνων, όπως κώδικες δεοντολογίας, δομές καθοδήγησης, περιεκτική γλώσσα και ενεργή εποπτεία φαινομένων παρενόχλησης.
Έχω δει σημαντικά μέλη να εγκαταλείπουν έργα λόγω τοξικών πολιτισμών, αλλά έχω δει και νεοεισερχόμενους να ανθίζουν μέσα σε υποστηρικτικές κοινότητες. Η διαφορά δεν βρίσκεται στην τεχνολογία καθεαυτή, αλλά στη φροντίδα που επιδεικνύεται για τη διαμόρφωση ψυχολογικά υποστηρικτικών χώρων. Η ανοικτότητα πρέπει να περιλαμβάνει και την ανοικτότητα απέναντι σε διαφορετικές οπτικές, εμπειρίες και τρόπους γνώσης. Αυτό σημαίνει αναγνώριση ότι η τεχνική συνεισφορά δεν είναι η μόνη μορφή αξίας· η τεκμηρίωση, η μετάφραση, η φροντίδα της κοινότητας και η συντήρηση είναι εξίσου ουσιώδεις.
Όταν σχεδιάζουμε τεχνολογίες ανοιχτού κώδικα με γνώμονα τη ψυχολογική ασφάλεια, δεν υπονομεύουμε την τεχνική αριστεία· αντιθέτως, διευρύνουμε το ποια άτομα μπορούν να συνεισφέρουν, ενισχύοντας τελικά τα ίδια τα Κοινά.
Ο Βασίλης Κωστάκης είναι Καθηγητής Τεχνολογικής Διακυβέρνησης και Βιωσιμότητας στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο του Τάλιν και συνεργαζόμενο μέλος ΔΕΠ στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Είναι επίσης ιδρυτής του ερευνητικού κέντρου P2P Lab με έδρα τα Ιωάννινα. Το 2018 του απονεμήθηκε ερευνητικό βραβείο πενταετούς διάρκειας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας για τη διερεύνηση νέων μορφών παραγωγής και συνεργασίας.
Έχει διερευνήσει πώς οι σύγχρονες και παραδοσιακές τεχνολογίες μπορούν να συνδυαστούν με συνεταιριστικές μορφές οργάνωσης, προτείνοντας το μοντέλο του «ανοιχτού συνεργατισμού» που ενώνει την παγκόσμια συνεργασία με την τοπικοποίηση της παραγωγής. Ακολουθώντας αυτή την προσέγγιση, είναι ιδρυτικό μέλος των Τζουμέικερς, ενός ορεινού εργαστηρίου που ενδυναμώνει απομακρυσμένες περιοχές. Επιπλέον, η έρευνά του για την επανασχεδίαση των ενεργειακών συστημάτων ως κοινών αγαθών τον έχει οδηγήσει από τη θεωρία στην πράξη: είναι ιδρυτικό μέλος της Κοινέργειας, μίας από τις πρώτες ενεργειακές κοινότητες αυτοπαραγωγής στην Ελλάδα. Υποστηρίζει επίσης εγχειρήματα που προωθούν τις ανοιχτές τεχνολογίες και την εμβάθυνση της δημοκρατίας.
Παράλληλα, συντονίζει το TheOtherSchool.art, ένα εγχείρημα που αποσκοπεί στην εκλαΐκευση της επιστήμης μέσω της τέχνης και του αθλητισμού. Το έργο του, που έχει μεταφραστεί σε 17 γλώσσες, δεν περιορίζεται στην ακαδημαϊκή ανάλυση, αλλά επιδιώκει την πρακτική αλλαγή.
Τέλος, έχει ασχοληθεί με τη λογοτεχνία έχοντας εκδώσει πέντε βιβλία (τρία υπό το συλλογικό ψευδώνυμο Ελ Ρόι) και μουσικά έργα που διερευνούν τη σχέση τέχνης, ταυτότητας και κοινωνικής αλλαγής.
In the context of commons-based peer production, as discussed in your work, how is technological subjectivity being redefined? Can decentralized design models influence how individuals perceive their role as meaning-makers within digital communities?
Technological subjectivity is being fundamentally restructured through commons-based peer production. Rather than positioning individuals as mere consumers or users of predetermined technologies, decentralized design models enable people to become co-creators and meaning-makers. When someone contributes to Wikipedia, develops open-source agricultural machinery with L’Atelier Paysan, or small wind turbines with Wind Empowerment, they’re not simply using a tool; they’re shaping the technological commons while being shaped by the collaborative process.
This shift is crucial because it moves us towards peer-to-peer relationships where each person can contribute according to their abilities and benefiting from the collective output. The technological subject becomes embedded in networks of mutual support rather than isolated in relentless competition.
Mass participation in communication platforms, shaped by the algorithmic attention economy, is often accompanied by feelings of alienation or information overload. Based on your research on commons and digital infrastructures, how can participation be reimagined without being equated with consumption or passive interaction?
The algorithmic attention economy treats participation as a commodity. You ‘participate‘ by clicking, liking, scrolling, but these actions primarily generate value for platform owners, leaving individuals feeling depleted.
In commons-based infrastructures, participation must be reimagined as contribution, care, and genuine co-decision-making. Take the example of communities building small wind turbines or farmers designing their machinery – participation here means collaborative problem-solving, knowledge sharing, and collective management of resources. It’s not passive consumption but active creation. The benefits aren’t merely individual but genuinely communal.
We need infrastructures where those who use and create a resource are the ones who decide its future. This is deepening democracy through the commons.
Your scholarship has emphasized the significance of knowledge co-production outside institutional boundaries. How is epistemic validity shaped when knowledge emerges from distributed peer communities, and in what ways can such processes function as alternative frameworks of social learning and empowerment?
This is a fascinating challenge to traditional notions of expertise. When knowledge emerges from distributed peer communities – whether that’s software development, agricultural innovation, or renewable energy systems – epistemic validity is shaped through iterative testing, peer review, and practical application rather than institutional credentialing alone.
Consider GNU/Linux or Apache —both prominent free and open-source projects. These aren’t products of corporate R&D departments, yet they power the world’s most critical digital infrastructure. Their validity comes from transparent development processes, continuous improvement by diverse contributors, and real-world performance.
The point is that these distributed processes can function as complementary frameworks for social learning. They democratise knowledge production while maintaining rigorous standards through collective scrutiny. This empowers people who might be excluded from traditional institutions, preserving and enhancing quality through diversity of perspectives.
In initiatives like Tzoumakers, where the natural environment is integrated into digital design, what indications do you observe regarding the psychological impact of hybrid spaces for individuals who seek to produce, learn, and connect in contexts that transcend the digital/analog binary?
At initiatives like Tzoumakers, Boulouki, Wind Empowerment, or L’Atelier Paysan we’re witnessing something profound. When people engage with both digital design tools and the tangible, natural environment of rural Greece, Nepal, Ethiopia or France, they can experience a reconciliation of alienated aspects of technological production.
Working with your hands to build a tool or maintain an infrastructure while participating in global knowledge networks creates a sense of rootedness combined with connection. It’s neither purely local nor entirely digital – it’s what we call cosmolocal: light (knowledge, designs) is global, heavy (production, machinery) is local.
Psychologically, this seems to address what William Morris identified over a century ago – the need for unalienated labour that creates happiness for both creator and user. People report feeling more purposeful, more connected to their communities and landscapes, while also being part of something larger. The hybrid space transcends the false binary between digital and analogue, offering a more integrated experience of meaningful production.
Commons-based communities of production often encounter challenges that are not only material or institutional but also existential, especially when dominant narratives of technological progress are questioned. How do you interpret the negotiation of such tensions, and how might the participants’ psychological resilience be supported in collective processes of this kind?
Commons-based communities are indeed engaged in an existential struggle – not simply to create alternatives but (often, however, not always) to question the dominant narrative that technological progress must be synonymous with capitalist accumulation and endless growth.
This creates tensions. When you’re told “there is no alternative” and you’re attempting to build one, you face constant doubt, resource scarcity, and the risk of co-optation. I’ve seen communities struggle with these pressures.
Psychological resilience in such contexts may come from several sources: the tangible evidence of what you’ve collectively built, the solidarity of the community itself, and the connection to broader movements worldwide. It also helps to be honest about contradictions. Many commons-based projects rely partially on market relationships for financial sustainability. Rather than seeing this as failure, we acknowledge it as navigating the messy reality of transition.
Supporting resilience means creating spaces for reflection, celebrating small victories, maintaining connections across communities, and remembering that we’re planting seeds that may take time to bloom.
Within the critical theory of technology you apply in your teaching and research, the human is framed as a co-designer. How can we ensure that users do not simply replicate technological forms but actively participate in shaping tools that reflect their values and lived needs?
In my teaching, I help students understand that technologies are not neutral tools but embody particular social relations and values. Technology is ambivalent.
For users to become genuine co-designers rather than replicators, we need several conditions: accessible documentation and design files (open source), shared workshops and tools (like makerspaces), supportive communities willing to mentor newcomers, and critically, the time and resources to experiment.
The examples I study – from L’Atelier Paysan and Boulouki to LibreSpace and Wind Empowerment – demonstrate this process. Participants don’t simply copy machine designs; they adapt them to local conditions, improve them, and share modifications back. This iterative process of appropriation and innovation is how we ensure technologies reflect lived needs rather than imposed solutions.
In your proposal for a transition toward degrowth, conceived in terms of technical sufficiency and social balance, which psychological factors do you believe support or hinder the sustainability of such networks? How is sustainability related to the sense of belonging and meaning-making?
The concept of “degrowth” challenges deeply ingrained assumptions about progress, success, and worth. Psychologically, this is demanding.
Factors supporting such communities may include: a strong sense of purpose beyond accumulation, the intrinsic satisfaction of meaningful work, genuine community belonging, and the recognition that one’s contributions matter regardless of scale. When people understand they’re part of something larger – protecting ecosystems, preserving knowledge commons, building resilient communities – this provides meaning that transcends consumerist metrics.
Sustainability is intimately related to belonging and meaning-making. If a commons is sustained only through obligation or scarcity mindset, it will fail. But when people find genuine fulfillment, when they feel seen and valued, when they’re creating something beautiful together, then sustainability emerges naturally.
Conversely, factors hindering such commons include the relentless messaging that growth equals success, economic precarity that forces people back into extractive work, and isolation from supportive communities.
You have examined the effects of digitization on the academic experience, particularly in conditions of crisis. Which forms of digital pedagogy do you consider capable of enhancing student agency without compromising a sense of community and interpersonal dialogue?
Digital pedagogy that genuinely enhances student agency requires fundamental shifts in both method and mindset. Rather than treating students as passive recipients of broadcast content, we must embrace participatory approaches that position them as co-creators of knowledge—drawing on principles of participatory action research where communities identify priorities and shape the research process itself. This means designing assessments that value process over product, fostering peer learning networks, and practicing “slow pedagogy” that honours the temporal rhythms necessary for deep engagement and trust-building. Technology becomes a tool for collaboration, not efficiency, enabling students to develop critical capacities through meaningful dialogue rather than content consumption.
However, technology alone cannot substitute for embodied presence; community requires intentional cultivation that resists the atomising tendencies of digital tools. This demands synchronous discussion spaces, smaller groups that enable genuine dialogue, and opportunities for informal connection that mirror the trust-building essential to transformative learning. Ideally, we need hybrid models that combine digital accessibility with periodic face-to-face gatherings, creating what might be understood as “living laboratories” where students experiment with collaborative practices in real-world contexts. The question is not whether to use digital tools, but whether we can inhabit them differently—with greater intentionality and commitment to the relational depth and collective knowledge production that meaningful learning requires.
The distributed technological infrastructures and open systems you advocate may contrast sharply with algorithmic surveillance practices. What are the theoretical and practical challenges posed by this tension, and how can digital autonomy be maintained without losing sight of collective responsibility?
This tension is central to contemporary struggles over technology. The distributed infrastructures and open systems I advocate are about reclaiming autonomy from algorithmic surveillance capitalism.
Yet autonomy without responsibility becomes libertarian individualism, which I explicitly reject. The challenge is creating systems that are both decentralised (resistant to top-down control) and accountable (responsive to collective needs and values). Theoretically, this requires commons-based governance, i.e., rules created by communities themselves, transparent protocols, and mechanisms for addressing harm. Practically, it means building in accountability from the start, not as an afterthought.
Examples like Mastodon (federated social networking) or community-owned renewable energy grids demonstrate this balance – individuals have autonomy over their participation, but they’re embedded in communities with shared norms and mutual care.
In your view, what is the role of psychological safety in the design of open-source technologies? Can openness be understood not only as a matter of transparency and technological accessibility but also as a prerequisite for cultivating mentally supportive digital environments?
We tend to focus on transparency, accessibility, and licensing, but psychological safety is equally fundamental.Open-source technologies should create environments where people feel safe to experiment, to fail, to ask questions, to challenge assumptions. This requires deliberate community norms – codes of conduct, mentorship structures, inclusive language, and active moderation of harassment.
I’ve seen brilliant contributors leave projects due to toxic cultures. I’ve also seen newcomers flourish in welcoming communities. The difference isn’t the technology itself but the care taken to cultivate psychologically supportive spaces. Openness must include openness to diverse perspectives, experiences, and ways of knowing. It means recognising that technical contribution is only one form of value; documentation, translation, community care, and maintenance are equally vital. When we design open-source technologies with psychological safety in mind, we’re not compromising technical excellence. We’re expanding who can contribute to it, which ultimately strengthens the commons.
Vasilis Kostakis is Professor of Technological Governance and Sustainability at Tallinn University of Technology and a visiting researcher at Harvard University. He is also the founder of the P2P Lab research centre based in Ioannina. In 2018, he was awarded a five-year research grant from the European Research Council to explore new forms of production and collaboration.
He has investigated how modern and traditional technologies can be combined with cooperative forms of organisation, proposing the model of 'open cooperativism' that unites global collaboration with the localisation of production. Following this approach, he is a founding member of 'Tzoumakers', a mountain laboratory that empowers remote areas. Furthermore, his research on redesigning energy systems as common goods has led him from theory to practice: he is a founding member of 'Koinergeia', one of the first self-production energy communities in Greece. He also supports ventures that promote open technologies and the deepening of democracy.
In parallel, he coordinates TheOtherSchool.art, a venture that aims to popularise science through art and sport. His work, which has been translated into 17 languages, is not limited to academic analysis, but seeks practical change.
Finally, he has engaged with literature, having published five books (three under the collective pseudonym El Roy) and musical works that explore the relationship between art, identity and social change.


