Η Σταματίνα Κατσίβελη, Κοινωνιογλωσσολόγος, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια και Συντονίστρια του Τμήματος Επικοινωνίας στο American College of Greece (Deree), καθώς και εκπαιδευόμενη στην ομαδική αναλυτική ψυχοθεραπεία, συνομιλεί με τον Αντώνη Μάριο ΠαΠαγιώτη στο Cyberscope για την επιτελεστικότητα του ψηφιακού λόγου, τις μικροπολιτικές του ανήκειν, τις νέες μορφές ταυτότητας στα υβριδικά περιβάλλοντα και τη συμβολή της διεπιστημονικότητας στην κατανόηση της διαδικτυακής συμπεριφοράς.
(Το πλήρες βιογραφικό της Σ. Κατσίβελη
παρατίθεται στο τέλος της συνέντευξης)
Η κοινωνιογλωσσολογική έρευνα έχει δείξει ότι η ταυτότητα συγκροτείται διαρκώς μέσα από την επιτελεστική χρήση της γλώσσας στην αλληλεπίδραση. Πώς μετασχηματίζονται αυτές οι διαδικασίες στα ψηφιακά περιβάλλοντα, όπου η ανωνυμία, η πολλαπλότητα και οι υβριδικές πρακτικές λόγου είναι ιδιαίτερα έντονες;
Η ιδέα ότι η ταυτότητα «γίνεται» διαρκώς μέσα από πρακτικές λόγου, αντί να «είναι» κάτι σταθερό, γίνεται ιδιαίτερα ορατή στα ψηφιακά περιβάλλοντα. Εκεί, η επιτελεστικότητα της γλώσσας όχι μόνο συνεχίζεται αλλά και επιταχύνεται: οι χρήστ(ρι)ες πειραματίζονται με πολλαπλές φωνές, ύφη και θέσεις υποκειμένου, συχνά ταυτόχρονα, σε διαφορετικά πλαίσια (chat, social media, επαγγελματικά δίκτυα κ.λπ.). Η ανωνυμία και η ψευδωνυμία επιτρέπουν να δοκιμάσει κανείς/μιά στάσεις, επιθυμίες και ταυτίσεις χωρίς το βάρος της υλικότητας του σώματος ή του κοινωνικού status offline. Ταυτόχρονα, η πολλαπλότητα των πλατφορμών δημιουργεί ένα πολυκεντρικό περιβάλλον: διαφορετικά «κοινά», διαφορετικές προσδοκίες, διαφορετικοί κανόνες ευπρέπειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η υβριδικότητα των γλωσσικών πρακτικών (μίξη κωδίκων, registers, πολυτροπικότητα με εικόνες, emojis, memes) γίνεται βασικό μέσο για την επιτέλεση ταυτότητας – όχι μόνο τι λέω, αλλά πώς το «σκηνοθετώ» κειμενικά και οπτικά.
Με βάση το έργο σας για το φύλο και τη σεξουαλικότητα στον συνομιλιακό λόγο (talk-in-interaction), πώς λειτουργεί ο ψηφιακός λόγος ως χώρος τόσο αναπαραγωγής όσο και αμφισβήτησης έμφυλων και σεξουαλικών κανονιστικοτήτων;
Ο ψηφιακός λόγος λειτουργεί συχνά ως μικρογραφία των έμφυλων και σεξουαλικών κανονιστικοτήτων που παρατηρούμε σε δια ζώσης διεπίδρασεις, αλλά σε πιο συμπυκνωμένη και ορατή μορφή. Σε πολλές πλατφόρμες βλέπουμε έντονη αναπαραγωγή ετεροκανονικών, μισογυνικών και ομο-/τρανσφοβικών λόγων, τόσο μέσα από ευθείες προσβολές όσο και μέσα από χιούμορ, memes, ειρωνεία – δηλαδή μέσω πρακτικών που αποπολιτικοποιούν ή «ελαφραίνουν» τον κανονιστικό λόγο.
Ταυτόχρονα, τα ίδια αυτά περιβάλλοντα λειτουργούν και ως χώροι αμφισβήτησης: κουίρ κοινότητες, φεμινιστικές συλλογικότητες, ομάδες αυτο-υποστήριξης, αλλά και μεμονωμένα υποκείμενα, επανασημασιοδοτούν όρους, καθιστούν ορατές εναλλακτικές εμπειρίες φύλου και σεξουαλικότητας, και διαμορφώνουν νέους τρόπους μίλησης για το σώμα, την επιθυμία και τη συναίνεση. Ο ψηφιακός λόγος επιτρέπει έτσι τη συνύπαρξη αντιτιθέμενων λόγων, όπου η μικρο-διαπραγμάτευση – ένα σχόλιο, ένα reply, ένα «διορθωτικό» post – μπορεί να λειτουργήσει ως μικρο-πολιτική πράξη. Θυμάμαι χαρακτηριστικά άτομο που συμμετείχε σε εθνογραφική έρευνα που πραγματοποίησα με ΛΟΑ συμμετέχοντες στην Αθήνα να περιγράφει τις εφαρμογές και τα social media ως το απαραίτητο «οξυγόνο» για την έμφυλη και σεξουαλική του υποκειμενικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο ψηφιακός λόγος δεν είναι απλώς καθρέφτης των offline σχέσεων εξουσίας, αλλά ένα πεδίο όπου αυτές επαναδιαπραγματεύονται, και όπου η κανονικότητα ενισχύεται αλλά και διαρρηγνύεται μέσα από μικρές καθημερινές πρακτικές.
Από την οπτική της ομαδικής ανάλυσης, ποιες μορφές ομαδικότητας αναδύονται στις ψηφιακές κοινότητες και πώς διαφοροποιούνται από τις διαδικασίες διυποκειμενικότητας (intersubjectivity) που παρατηρούνται στα κλασικά ομαδικοαναλυτικά πλαίσια;
Στο πλαίσιο της ομαδικής ανάλυσης υπάρχει έντονη συζήτηση για τα ονλάιν περιβάλλοντα: από τη μια «λείπει το σώμα» και ο κοινός φυσικός χώρος – η ανάσα, οι θέσεις στο δωμάτιο, η αίσθηση ότι μοιραζόμαστε τον ίδιο χώρο. Από την άλλη, πολλοί/ές περιγράφουν ότι μπορούν να έρθουν πολύ κοντά μέσα από την οθόνη, γιατί επιτρέπουμε να φανεί περισσότερο ο προσωπικός μας χώρος, ή γιατί έχουμε καλύτερη πρόσβαση σε πολύτιμα εξωλεκτικά μηνύματα που αποτυπώνονται στις εκφράσεις του προσώπου. Αυτό δημιουργεί μια νέα, υβριδική μορφή εγγύτητας, αλλά και μια διαφορετική ευαλωτότητα.
Η διυποκειμενική επικοινωνία αλλάζει, λοιπόν, σε πολλά επίπεδα: η σιωπή δεν βιώνεται το ίδιο (δεν ξέρουμε πάντα αν είναι «σιωπή» ή τεχνικό πρόβλημα), το βλέμμα διαμεσολαβείται από την κάμερα και το γεγονός ότι βλέπουμε ταυτόχρονα και τον εαυτό μας, ενώ η χρήση μικροφώνου, κάμερας και chat γίνεται μέρος της «γλώσσας» της ομάδας. Συχνά δημιουργείται ένα δεύτερο, παράλληλο επίπεδο επικοινωνίας στο chat, με σχόλια, μικρές ανταλλαγές κλπ. την ώρα που συνεχίζεται η κύρια προφορική ροή. Η ομαδικότητα, λοιπόν, δεν ακυρώνεται στο ονλάιν περιβάλλον. Περισσότερο, θα έλεγα, ότι αναδύεται με άλλους όρους και μέσα από νέα σημειωτικά κανάλια.
Η έρευνά σας επικεντρώνεται στις μικροπρακτικές της διαπροσωπικής επικοινωνίας σε καθημερινά και επαγγελματικά πλαίσια. Ποια στοιχεία της «εγγύτητας» μεταβάλλονται περισσότερο στη διαδικτυακή αλληλεπίδραση και με ποιους τρόπους αυτές οι μεταβολές επηρεάζουν την αίσθηση σχέσης ή αποστασιοποίησης;
Στην έρευνα για τις μικροπρακτικές της διαπροσωπικής επικοινωνίας, η εγγύτητα δεν είναι μόνο θέμα φυσικής απόστασης, αλλά και τρόπος ρύθμισης της σχέσης μέσω λόγου: πώς προσφωνούμε, πώς μοιραζόμαστε ευαλωτότητα, πώς διαχειριζόμαστε τη σιωπή. Στα διαδικτυακά περιβάλλοντα, αρκετές από αυτές τις πρακτικές «μεταφράζονται» σε νέα σημειωτικά μέσα: ανάγνωση/μη ανάγνωση (seen/unseen), χρόνος απόκρισης, χρήση emojis, voice notes, βίντεο. Έτσι, η εγγύτητα γίνεται πιο ασταθής: μπορούμε να νιώθουμε «πάντα κοντά» σε κάποιον/α μέσω συνεχούς ψηφιακής επαφής, αλλά ταυτόχρονα να παραμένουμε αβέβαιοι/ες για το πώς νοηματοδοτεί ο/η άλλος/η αυτή τη σχέση. Η ασάφεια των ορίων (είμαι φίλη, συνάδελφος, θεραπεύτρια, ακόλουθος;), καθώς και η δυνατότητα ταυτόχρονης συμμετοχής σε πολλαπλές συνομιλίες, επηρεάζουν την αίσθηση τόσο σχέσης όσο και αποστασιοποίησης.
Σε ποιον βαθμό η ψηφιακή επικοινωνία παράγει υβριδικά γλωσσικά ύφη (hybrid linguistic styles) και πώς οι χρήστες τα αξιολογούν μέσα από ιδεολογίες της γλώσσας που αφορούν την «ορθότητα», την αυθεντικότητα ή την κοινωνική ένταξη;
Η ψηφιακή επικοινωνία είναι κατεξοχήν πεδίο υβριδικών υφών: συνύπαρξη προφορικότητας και εγγραμματοσύνης, εναλλαγή γλωσσών (π.χ. ελληνικά–αγγλικά), χρήση Greeklish, εναλλαγή κωδίκων μεταξύ «σοβαρού» και «χιουμοριστικού» ύφους μέσα στην ίδια πρόταση. Αυτή η υβριδικότητα δεν είναι τυχαία: συνδέεται με το πώς οι χρήστ(ρι)ες διαχειρίζονται ταυτόχρονα πολλαπλές ταυτότητες (επαγγελματικές, φιλικές, ακτιβιστικές κ.λπ.). Φυσικά, οι αξιολογήσεις αυτών των υφών εντάσσονται σε ευρύτερες ιδεολογίες της γλώσσας που συνοψίζονται στο δίπολο ορθότητα-αυθεντικότητα.
Ως γλωσσολόγοι υιοθετούμε μια περιγραφική και όχι ρυθμιστική προσέγγιση: δεν μας ενδιαφέρει να «διορθώσουμε» τους/τις ομιλητές/τριες, αλλά να κατανοήσουμε πώς χρησιμοποιούν πραγματικά τη γλώσσα για να φτιάξουν σχέσεις, ταυτότητες και νοήματα. Η κοινωνική ένταξη σε συγκεκριμένες κοινότητες λόγου μπορεί να προϋποθέτει την ικανότητα να «χειρίζεσαι» αυτά τα υβριδικά ύφη με τρόπο που αναγνωρίζεται ως «δικός μας» (in-group). Έτσι, αντί να αντιπαραθέτουμε την αυθεντικότητα στην «σωστή γλώσσα», προσπαθούμε να δούμε πώς οι άνθρωποι πλοηγούνται δημιουργικά ανάμεσα σε διαφορετικούς πόρους για να πουν αυτό που θέλουν, και να κατασκευάσουν λεκτικά την ταυτότητά τους.
Στο έργο σας αναδεικνύονται οι μικρο-πολιτικές του ανήκειν (micro-politics of belonging) και οι διαπραγματεύσεις της συμμετοχής (participation negotiation). Πώς εκδηλώνονται διαδικτυακά πρακτικές συμπερίληψης και αποκλεισμού, και με ποιους τρόπους αυτές οι πρακτικές διαμορφώνουν τη συγκρότηση συλλογικής ταυτότητας;
Οι μικρο-πολιτικές του ανήκειν στα ψηφιακά περιβάλλοντα εκδηλώνονται μέσα από φαινομενικά ασήμαντες πρακτικές: ποιον/α κάνω tag, σε ποιον/α απαντώ, σε ποιον/α κάνω like συστηματικά, ποια σχόλια μένουν αναπάντητα. Αυτές οι μικρο-πρακτικές χαρτογραφούν γραμμές συμπερίληψης και αποκλεισμού, δημιουργούν «εμείς» και «αυτοί» σε μικροκλίμακα. Σε επίπεδο συλλογικής ταυτότητας, τα hashtags, οι επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις και τα κοινά memes λειτουργούν ως συνεκτικά στοιχεία, κάτι σαν «τελετουργίες λόγου» που συγκροτούν το ποιοι «ανήκουμε» σε μια ψηφιακή συλλογικότητα. Παράλληλα, πρακτικές όπως το blocking ή η στοχευμένη επίθεση σε λογαριασμούς λειτουργούν ως μορφές πειθαρχίας και αποκλεισμού, ενσωματώνοντας τις μικρο-πολιτικές του ανήκειν στο ίδιο το υλικό και αλγοριθμικό επίπεδο της πλατφόρμας. Πρόκειται για ένα ευρύτατο πεδίο που ανοίγεται μπροστά μας για περαιτέρω έρευνα!
Πώς αναδιαμορφώνονται οι θεσμικές ή επαγγελματικές ταυτότητες στη διαδικτυακή επικοινωνία, όπου η γραμματικότητα, το ύφος και η ορατότητα της επιτελεστικής πράξης αποκτούν διαφορετική βαρύτητα και λειτουργικότητα;
Οι θεσμικές και επαγγελματικές ταυτότητες αναδιαμορφώνονται σε ένα περιβάλλον όπου το email, οι πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης, τα επαγγελματικά social media και τα messaging apps συνυπάρχουν. Η γραμματικότητα και το ύφος αποκτούν νέα βαρύτητα: ένα πολύ «φιλικό» ύφος μπορεί να θεωρηθεί μη επαγγελματικό, ενώ ένα υπερβολικά τυπικό ύφος μπορεί να μοιάζει αποστασιοποιημένο ή ακατάλληλο για ορισμένες πλατφόρμες. Επιπλέον, η επαγγελματική παρουσίαση (π.χ. ένα bio, ένα LinkedIn προφίλ, ένα εκπαιδευτικό email) είναι πλέον δημόσια ορατή, ανακυκλώσιμη, και συχνά αποσπασματικά αναπαραγόμενη. Αυτό σημαίνει ότι το θεσμικό «εγώ» βιώνεται πιο έντονα ως ένα σύνολο επιμελημένων εμφανίσεων, που συνυπάρχουν με πιο προσωπικές ή «ανεπίσημες» ψηφιακές εκδοχές του εαυτού. Η διαχείριση αυτών των πολλαπλών «εγώ» αποτελεί μέρος της σύγχρονης επαγγελματικής ταυτότητας.
Ακριβώς για τέτοιους λόγους, προσφέρουμε στο Deree μια σειρά μαθημάτων (Professional/Interpersonal Communication) που ασχολούνται κριτικά με τη σχέση γλώσσας, ταυτότητας και ψηφιακής επικοινωνίας, βοηθώντας τους/τις φοιτητές/τριες να στοχαστούν πάνω στον τρόπο με τον οποίο «επιτελούν» τις επαγγελματικές τους ταυτότητες σε αυτά τα υβριδικά, θεσμικά και ταυτόχρονα βαθιά προσωπικά ψηφιακά περιβάλλοντα.
Ως εκπαιδευόμενη ομαδική αναλύτρια με κλινική εμπειρία, πώς αξιολογείτε τις δυνατότητες και τα όρια των διαδικτυακών θεραπευτικών ομάδων σε σχέση με τις κλασικές παραμέτρους του ομαδικο-αναλυτικού πλαισίου;
Ως εκπαιδευόμενη ομαδική αναλύτρια, βλέπω τις διαδικτυακές θεραπευτικές ομάδες ως ένα υβριδικό πλαίσιο: από τη μια πλευρά, διευρύνουν την πρόσβαση (γεωγραφικά, σωματικά, οικονομικά) και μπορούν να προσφέρουν ένα αίσθημα ασφάλειας σε άτομα που δυσκολεύονται να βρεθούν σε φυσικό χώρο με άλλους/ες. Από την άλλη, η απουσία κοινού φυσικού χώρου και σώματος μετασχηματίζει κρίσιμες παραμέτρους του κλασικού ομαδικο-αναλυτικού πλαισίου.
Η έννοια της «ομαδικής μήτρας» παίρνει διαφορετική μορφή: ο κοινός χώρος πλέον είναι η πλατφόρμα, και ένα ψηφιδωτό από παράθυρα με κάμερες και μικρόφωνα. Η σιωπή, το βλέμμα, το ποιος «εξαφανίζεται» κλείνοντας κάμερα ή σύνδεση, αποκτούν νέο σημειωτικό βάρος. Τα όρια του πλαισίου (setting) χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα: σταθερότητα χρόνου, σαφήνεια για το πού βρίσκεται σωματικά κάθε μέλος, διαχείριση τεχνικών προβλημάτων. Νομίζω ότι οι διαδικτυακές ομάδες μπορούν να είναι βαθιά θεραπευτικές, αλλά δεν είναι απλή «μεταφορά» του κλασικού πλαισίου. Το αντίθετο, απαιτούν θεωρητική και κλινική επεξεργασία των ιδιαιτεροτήτων τους.
Με βάση το έργο σας για την ομαδικότητα στην εκπαίδευση και στους οργανωσιακούς χώρους, πώς συγκροτείται ένα λειτουργικό αίσθημα του «εμείς» στις διαδικτυακές τάξεις ή σε υβριδικά οργανωσιακά περιβάλλοντα και ποιες συνθήκες θεωρείτε ότι διευκολύνουν την ανάπτυξή του;
Μεγάλη υπόθεση το λειτουργικό αίσθημα του «εμείς» σε οργανωσιακά και εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, πόσο μάλλον σε τεχνολογικά διαμεσολαβημένα πλαίσια. Θα έλεγα ότι, πέρα από τους εκάστοτε χειρισμούς και πρακτικές που αφορούν τον κάθε οργανισμό και την κάθε επιμέρους συνθήκη, το κλειδί βρίσκεται στον εξ αρχής λεπτομερή συντονισμό ρόλων, προσδοκιών και κοινών αναφορών, με άλλα λόγια, σε μια πολύ προσεκτική, έγκαιρη και σαφή πλαισίωση.
Στις δημοσιεύσεις σας εξετάζετε την κατασκευή του «εχθρού» και τις διαδικασίες λόγου που συντηρούν αυτό το σχήμα. Πώς μετασχηματίζονται αυτές οι πρακτικές στα ψηφιακά περιβάλλοντα και ποια γλωσσικά ή επιτελεστικά μέσα φαίνεται να ενισχύουν την αναπαραγωγή τους;
Η κατασκευή του «εχθρού» στον λόγο, ως μια φιγούρα στην οποία προβάλλονται φόβοι, επιθετικότητα, άγχος, εντείνεται σαφέστατα στα ψηφιακά περιβάλλοντα, όπου η ταχύτητα κυκλοφορίας λόγου, η ευκολία συσπείρωσης και η σχετική απουσία υλικών συνεπειών ευνοούν την πόλωση. Γλωσσικά και επιτελεστικά, βλέπουμε πολύ συμπυκνωμένες μορφές «εχθροποίησης»: ετικέτες (labels) που παγιώνονται ως προσβλητικές ταυτότητες, meme-οποιήσεις προσώπων ή ομάδων, ειρωνεία και σαρκασμός, πρακτικές δημόσιου «ξεμπροστιάσματος» (call-outs) και ακύρωσης (cancelling). Η δυνατότητα αναπαραγωγής (share, retweet, screenshot) κάνει την επιθετικότητα κλιμακούμενη και διαρκή. Την ίδια στιγμή, αναδύονται και αντι-λόγοι που αποδομούν αυτές τις πρακτικές, προσπαθώντας να επαναφέρουν την πολυσύνθετη ανθρώπινη ταυτότητα, εκεί όπου ο ψηφιακός λόγος αποπειράται να την μειώσει σε καρικατούρα.
Πώς επηρεάζουν οι ψηφιακές πλατφόρμες τη διαπραγμάτευση των ορίων στην αλληλεπίδραση (όπως μεταξύ οικείου και ξένου, αποδεκτού και μη αποδεκτού) και ποιες νέες μορφές ετερότητας φαίνεται να αναδύονται στη διαδικτυακή επικοινωνία;
Οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν ένα ιδιαίτερο τοπίο διαπραγμάτευσης ορίων: τι είναι δημόσιο και τι ιδιωτικό, τι είναι αποδεκτό, ποιο χιούμορ θεωρείται «εντάξει» και από ποιον/α. Δεν είναι δηλαδή κάτι σταθερό αλλά κάτι που διαμορφώνονται μέσα από την καθημερινή αλληλεπίδραση, αλλά και μέσα από κανόνες πλατφορμών, moderators, ή σιωπηλές συμφωνίες των μελών μιας κοινότητας. Μαζί με αυτά τα όρια, αλλάζει διαρκώς και το πώς φτιάχνουμε την ετερότητα, το «ποιος/α δεν είναι σαν εμάς». Ο/η «άλλος/η» μπορεί να είναι αυτός/ή που δεν μιλά τη γλώσσα της ομάδας, αυτός/ή που θεωρείται «τοξικός/ή», «άσχετος/η» ή «υπερ-ευαίσθητος/η».
Πώς αλληλεπιδρούν οι δύο επιστημονικές σας ταυτότητες (η κοινωνιογλωσσολογική και η ομαδοαναλυτική) όταν ερμηνεύετε φαινόμενα της ψηφιακής επικοινωνίας, και με ποιον τρόπο αυτή η διεπιστημονική οπτική συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση της διαδικτυακής συμπεριφοράς;
Έχω αρχίσει να αστειεύομαι ότι, όταν με ρωτούν «με τι ασχολείσαι;», χρειάζομαι μια μικρή υποσημείωση για να χωρέσουν όλες οι φαινομενικά ασύνδετες ιδιότητες! Στην πράξη όμως, αυτά τα πεδία συναντιούνται πολύ οργανικά, πολύ περισσότερο όταν προσπαθώ να κατανοήσω την ψηφιακή επικοινωνία.
Θα έλεγα ότι η κοινωνιογλωσσολογία προσφέρει τα εργαλεία να δει κανείς/μιά με λεπτομέρεια τις μικροπρακτικές του λόγου: πώς επιτελούνται οι ταυτότητες, πώς διαπραγματεύονται οι σχέσεις εξουσίας, πώς σημασιοδοτούνται το φύλο, η σεξουαλικότητα, η θεσμικότητα μέσα από συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές. Η ομαδικο-αναλυτική οπτική, από την άλλη, βοηθά περισσότερο να δούμε το «περίσσευμα» αυτών των πρακτικών: τα συναισθήματα, τα άγχη, τις φαντασιώσεις και τα ασυνείδητα ομαδικά σενάρια που ενσωματώνονται στη γλωσσική αλληλεπίδραση. Στην ψηφιακή επικοινωνία, όπου η σωματικότητα είναι μερικώς απούσα αλλά και διαρκώς φαντασιακά παρούσα, αυτή η διπλή ματιά είναι ιδιαίτερα χρήσιμη: επιτρέπει να σκεφτούμε ταυτόχρονα τις ορατές μορφές λόγου και τις αόρατες ομαδικές διεργασίες που τις στηρίζουν. Θα έλεγα ότι αυτή η διεπιστημονική προσέγγιση δεν είναι μόνο μια ακαδημαϊκή πολυτέλεια, αλλά ένας απαραίτητος τρόπος να συλλάβουμε τη σύνθετη φύση της διαδικτυακής συμπεριφοράς ως ταυτόχρονα γλωσσικό, κοινωνικό, πολιτικό και ψυχικό φαινόμενο.
Η Σταματίνα Κατσίβελη είναι Κοινωνιογλωσσολόγος και εκπαιδευόμενη Ψυχοθεραπεύτρια–Ομαδική Αναλύτρια, με διδακτορικό στη Γλωσσολογία από το πανεπιστήμιο Queen Mary (London), όπου υποστηρίχθηκε από υποτροφία Principal’s Studentship. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έχοντας μεταπτυχιακό στη Θεωρητική Γλωσσολογία από το ίδιο Ίδρυμα.
Διδάσκει στο American College of Greece (Deree), όπου υπηρετεί ως Αναπληρώτρια Καθηγήτρια και Συντονίστρια Προγράμματος στο Τμήμα Επικοινωνίας. Το ερευνητικό της έργο εστιάζει στη γλωσσική κατασκευή της διαπροσωπικής επικοινωνίας σε καθημερινά και θεσμικά περιβάλλοντα, στις σχέσεις γλώσσας και ταυτότητας, γλώσσας και φύλου/σεξουαλικότητας, καθώς και στη δυναμική της ομαδικής αλληλεπίδρασης σε εκπαιδευτικά, θεραπευτικά και οργανωσιακά πλαίσια.
Έχει δημοσιεύσει σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, όπως Journal of Pragmatics, Gender & Language και Anglistica AION, ενώ συμμετέχει σε συλλογικούς τόμους και διεθνή συνέδρια. Παράλληλα, είναι κριτής για τα περιοδικά Gender & Language και Journal of Language and Discrimination.
Εκπαιδεύεται στην ομαδική αναλυτική ψυχοθεραπεία στο Ελληνικό Δίκτυο Ομαδικών Αναλυτών (Ε.Δ.Ο.Α.), και ολοκληρώνει σπουδές Ψυχολογίας στο Πhttps://psychology.panteion.gr/άντειο Πανεπιστήμιο, έχοντας ήδη σημαντική κλινική εμπειρία σε ομάδες και δυαδικά πλαίσια.



semaglutida 7 mg para que sirve
semaglutida 7 mg para que sirve