The Lens Of  Cyberpsychology

Brain-Chip, βιολογικοί φραγμοί και το μέλλον της βιοτεχνολογίας: Ο Δρ. Ιωσήφ Πεδιαδιτάκης μιλά στο Cyberscope

Ο Δρ. Ιωσήφ Πεδιαδιτάκης, Αντιπρόεδρος της Thera Phragma και επικεφαλής Βιολογίας στην Phragma Therapeutics, συνομιλεί με τον Αντώνη Μάριο ΠαΠαγιώτη για το Cyberscope, αναπτύσσοντας τις πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των νευροεπιστημών, τη λειτουργία και παθοφυσιολογία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού και τη συμβολή της τεχνολογίας “Brain-on-Chip” στη μελέτη και θεραπευτική στόχευση νευροεκφυλιστικών νοσημάτων. Με αφετηρία τη βιολογική πολυπλοκότητα και προεκτάσεις στη φαρμακευτική έρευνα και τη βιοηθική, αναδεικνύει τις πολλαπλές συνιστώσες ενός πεδίου που απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση και υψηλό βαθμό επιστημονικής λογοδοσίας.

Φωτογραφία από την απονομή των βραβείων Forty Under 40
του Greek America Foundation.
(Το πλήρες βιογραφικό του Δρ. Ι. Πεδιαδιτάκη
παρατίθεται στο τέλος της συνέντευξης)

Η τεχνολογία του “Human Brain-Chip” (μοντέλο ανθρώπινου εγκεφάλου σε τσιπ) έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες στον τομέα των νευροεπιστημών, τα τελευταία χρόνια. Πώς εκτιμάτε ότι αυτή η εξέλιξη μπορεί να συμβάλει σε μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης νευρωνικής λειτουργίας και της διασύνδεσής της με τη συμπεριφορά;

Το “Human Brain-Chip” είναι ένα μικρό, διαφανές τσιπ που περιέχει κύτταρα από τον άνθρωπο και έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να προσομοιώνει βασικές λειτουργίες του εγκεφάλου και του αιματοεγκεφαλικού φραγμού, της φυσικής «ασπίδας» που τον προστατεύει. Αν και δεν αναπαράγει ολόκληρη την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου, μας δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθούμε, σε πραγματικό χρόνο, πώς αντιδρούν νευρικά και αγγειακά κύτταρα όταν υπάρχουν ερεθίσματα, όπως φλεγμονή, τοξίνες ή και φαρμακευτικές ουσίες.

Με αυτό το εργαλείο μπορούμε να μελετήσουμε πρώιμες αλλοιώσεις που σχετίζονται με παθήσεις όπως της νόσου Πάρκινσον, να κατανοήσουμε καλύτερα τι διαταράσσει τη λειτουργία του εγκεφάλου, και να σχεδιάσουμε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις. Δεν αντικαθιστά πλήρως τον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στο να τον κατανοήσουμε ουσιαστικά.

Στην Phragma Therapeutics εστιάζετε στην αποκατάσταση της λειτουργίας του αιματοεγκεφαλικού φραγμού (Blood-Brain Barrier – BBB). Ποιος είναι ο ρόλος του BBB σε νευροεκφυλιστικές παθήσεις και με ποιους τρόπους μπορεί η τεχνολογία να προσφέρει πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές λύσεις στο πεδίο αυτό;

Ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός λειτουργεί ως φυσικό φίλτρο ανάμεσα στον εγκέφαλο και την κυκλοφορία του αίματος. Προστατεύει το νευρικό σύστημα από επιβλαβείς ουσίες, επιτρέποντας ταυτόχρονα τη μεταφορά μόνο εκείνων των στοιχείων που είναι απαραίτητα για τη φυσιολογική λειτουργία των νευρικών κυττάρων.

Σε παθήσεις όπως η νόσος του Πάρκινσον και η νόσος Αλτσχάιμερ, παρατηρούμε πως αυτό το προστατευτικό φράγμα χάνει τη σταθερότητά του. Όταν δεν λειτουργεί σωστά, επιτρέπει την είσοδο ουσιών που κανονικά δεν θα έπρεπε να φτάνουν στον εγκέφαλο, προκαλώντας φλεγμονή και διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ των κυττάρων — νευρώνων, αστροκυττάρων, μικρογλοίας και ενδοθηλιακών κυττάρων. Αυτή η δυσλειτουργία μπορεί να επιταχύνει την εξέλιξη της νόσου.

Αυτό ακριβώς είναι και το σκεπτικό πίσω από τη δημιουργία της Phragma Therapeutics το 2023. Μαζί με τον Δρ. Σπύρο (Σπυροπάνο) Παπαπετρόπουλο, τον Δρ. Ανδρέα Παπαπετρόπουλο, τον Matt Brennan και τον Δρ. Bill Robinson, ενώσαμε δυνάμεις για να αναπτύξουμε καινοτόμες θεραπείες που στοχεύουν στη δυσλειτουργία των βιολογικών προστατευτικών φραγμών καίριων οργάνων, όπως του εγκεφάλου, του οφθαλμού και του εντέρου.

Το βασικό μας πρόγραμμα επικεντρώνεται στην αποκατάσταση της παθολογικής λειτουργίας του αιματοεγκεφαλικού φραγμού σε νευρολογικές παθήσεις όπως η νόσος του Αλτσχάιμερ, το εγκεφαλικό επεισόδιο και η πολλαπλή σκλήρυνση. Παράλληλα, αναπτύσσουμε τεχνολογίες που ενισχύουν τη διαπερατότητα θεραπευτικών παραγόντων -όπως γονιδιακές, κυτταρικές, RNA θεραπείες και μακρομόρια- στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα. Με αυτό τον τρόπο, διευκολύνεται η ελεγχόμενη μεταφορά τους στον εγκέφαλο, με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της στοχευμένης δράσης τους για παθήσεις του εγκεφάλου.

Η προσέγγιση «άνθρωπος σε τσιπ» μετατοπίζει το πεδίο της πειραματικής βιολογίας προς πιο σύνθετες προσομοιώσεις. Ποιες είναι οι τεχνικές και επιστημονικές προκλήσεις κατά την ανάπτυξη αξιόπιστων νευρωνικών μοντέλων σε μικροκλίμακα;

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να καταφέρεις να δημιουργήσεις ένα περιβάλλον που να μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο με τον ανθρώπινο εγκέφαλο, όχι μόνο στη δομή, αλλά και στη λειτουργία. Όταν δουλεύεις σε μικροκλίμακα, πρέπει να συνδυάσεις πολλούς διαφορετικούς τύπους κυττάρων και να τους «εκπαιδεύσεις» να συνεργάζονται μεταξύ τους, όπως θα έκαναν και μέσα στο σώμα.

Δεν φτάνει να έχεις νευρώνες. Χρειάζεσαι και άλλα κύτταρα, όπως αστροκύτταρα, μικρογλοία, και ενδοθηλιακά κύτταρα που σχηματίζουν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Όλα αυτά πρέπει να τοποθετηθούν σωστά, να «τρέφονται» σωστά, και να επικοινωνούν με φυσικό τρόπο. Κάθε μικρή αστοχία μπορεί να αλλάξει την εικόνα που παίρνεις και να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα.

Παράλληλα, επειδή πρόκειται για μοντέλα που βασίζονται σε ανθρώπινα κύτταρα, χρειάζεται προσοχή και συνέπεια στην πηγή των κυττάρων και στον τρόπο που προετοιμάζονται. Ο στόχος δεν είναι να φτιάξουμε έναν «μικρό εγκέφαλο», αλλά να έχουμε ένα αξιόπιστο σύστημα για να μελετάμε σημαντικές λειτουργίες ή παθολογίες με ακρίβεια.

Γι’ αυτό και η συνεργασία επιστημόνων από διαφορετικούς τομείς -από τη βιολογία μέχρι τη μηχανική- είναι απαραίτητη. Για να πετύχει ένα τέτοιο μοντέλο, πρέπει να σχεδιαστεί με λεπτομέρεια, να ελεγχθεί αυστηρά, και να μπορεί να επαναληφθεί με σταθερότητα. Μόνο τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια στην έρευνα και στην ανάπτυξη φαρμάκων.

Η έρευνά σας αξιοποιεί πολυπαραγοντικά μοντέλα προσομοίωσης του ανθρώπινου εγκεφάλου. Πώς μπορούν αυτά τα μοντέλα να χρησιμοποιηθούν για την πρόβλεψη της ανταπόκρισης ενός ατόμου σε φαρμακευτικές ή άλλου τύπου παρεμβάσεις;

Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, αυτό το ξέρουμε καλά στην ιατρική, αλλά για πολλά χρόνια δεν είχαμε τρόπο να το ενσωματώσουμε στην έρευνα. Με τα νέα μοντέλα που βασίζονται σε κύτταρα προερχόμενα από ανθρώπινα βλαστικά κύτταρα, μπορούμε πλέον να δημιουργούμε μικρά «βιολογικά συστήματα» που αποτυπώνουν τις ιδιαιτερότητες ενός ατόμου ή μιας ομάδας ασθενών.

Για παράδειγμα, μπορούμε να πάρουμε κύτταρα από το δέρμα ενός ασθενούς και να τα μετατρέψουμε σε νευρικά ή άλλα εγκεφαλικά κύτταρα. Αυτά τα κύτταρα τα καλλιεργούμε μέσα στο chip και μελετάμε πώς αντιδρούν σε διάφορες ουσίες ή φάρμακα. Έτσι, έχουμε μια πρώτη εικόνα για το πώς μπορεί να ανταποκριθεί ο ίδιος ο ασθενής σε μια θεραπεία, χωρίς να χρειαστεί να του τη χορηγήσουμε απευθείας.

Αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ποιοι ασθενείς είναι πιθανό να ωφεληθούν από μια θεραπεία, ποιοι όχι, αλλά και τι παρενέργειες μπορεί να εμφανιστούν. Είναι ένα σημαντικό βήμα προς την εξατομικευμένη ιατρική, δηλαδή θεραπείες που δεν είναι «μία για όλους», αλλά προσαρμοσμένες στον κάθε οργανισμό.

Μπορεί να μην έχουμε φτάσει ακόμα στο σημείο να προβλέπουμε με απόλυτη ακρίβεια, αλλά τα δεδομένα που συγκεντρώνουμε από αυτά τα μοντέλα μάς φέρνουν κάθε μέρα πιο κοντά σε εκείνο το μέλλον, όπου η επιλογή θεραπείας θα γίνεται με βάση τη βιολογία του κάθε ανθρώπου.

Η τεχνολογία «Organ-on-Chip» θεωρείται πολλά υποσχόμενη για την αντικατάσταση των ζωικών μοντέλων στην προκλινική έρευνα. Στο πεδίο των νευρολογικών και νευροφλεγμονωδών ασθενειών, πιστεύετε ότι μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ακρίβεια και επιστημονική διαφάνεια; Θα μπορούσε στο μέλλον να αντικαταστήσει πλήρως τα ζωικά μοντέλα; Ποια θεωρείτε ότι είναι τα ηθικά και επιστημονικά οφέλη αυτής της μετάβασης;

Η τεχνολογία «Organ-on-Chip» μας δίνει τη δυνατότητα να μελετάμε την ανθρώπινη βιολογία σε συνθήκες που προσομοιάζουν όσο το δυνατόν καλύτερα το φυσικό περιβάλλον του σώματος, χρησιμοποιώντας ανθρώπινα κύτταρα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε παθήσεις του εγκεφάλου, όπου τα ζωικά μοντέλα συχνά αποτυγχάνουν να αποδώσουν την πολυπλοκότητα και τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Τα Chips αυτά δεν είναι ακόμη σε θέση να αντικαταστήσουν πλήρως τα ζωικά μοντέλα. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις προσφέρουν καλύτερη προβλεψιμότητα όσον αφορά την αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού σε μια θεραπεία. Και όσο εξελίσσεται η τεχνολογία, τόσο πλησιάζουμε στο σημείο όπου θα μπορούμε να βασιζόμαστε περισσότερο σε αυτά τα μοντέλα και λιγότερο στη χρήση ζώων.

Τα οφέλη είναι και επιστημονικά και ηθικά. Από τη μία, έχουμε καλύτερη κατανόηση των μηχανισμών της νόσου, λιγότερες αποτυχίες στην ανάπτυξη φαρμάκων και πιο ασφαλείς προβλέψεις. Από την άλλη, περιορίζουμε τη χρήση πειραματόζωων και ανοίγουμε τον δρόμο για μια πιο υπεύθυνη και ανθρώπινη επιστημονική πρακτική.

Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτή η τεχνολογία μας φέρνει πιο κοντά στον ίδιο τον άνθρωπο. Και αυτό, για όσους δουλεύουμε για νέες θεραπείες, είναι ο πραγματικός στόχος.

Η δημιουργία νευρωνικών μοντέλων υψηλής πιστότητας προϋποθέτει τη συνεργασία πολλών πεδίων, από τη μικροβιολογία και την αναγεννητική ιατρική, μέχρι τις υπολογιστικές επιστήμες. Πώς αντιλαμβάνεστε τη σημασία της διεπιστημονικότητας στην ανάπτυξη βιοτεχνολογικών λύσεων επόμενης γενιάς;

Στη σημερινή εποχή, καμία μεγάλη πρόοδος δεν μπορεί να γίνει μόνο από ένα πεδίο. Για να δημιουργήσεις κάτι καινοτόμο στη βιοτεχνολογία –είτε πρόκειται για το Brain-Chip, είτε για μια νέα θεραπεία– χρειάζεται να συνεργαστούν διαφορετικοί άνθρωποι, με εντελώς διαφορετικές γνώσεις.

Για παράδειγμα, όταν αναπτύσσουμε ένα μοντέλο εγκεφάλου σε chip, δεν φτάνει να γνωρίζουμε καλά τη βιολογία. Χρειάζεται επίσης τεχνογνωσία από τη μηχανική, τα μαθηματικά, την ανάλυση δεδομένων, ακόμα και τον σχεδιασμό υλικών. Και πρέπει όλοι αυτοί να επικοινωνούν μεταξύ τους σωστά, να μιλούν κοινή «γλώσσα», έστω κι αν προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους.

Αυτός ο συνδυασμός είναι που γεννά τις ιδέες που πάνε την έρευνα ένα βήμα παρακάτω. Είναι σαν μια ορχήστρα όπου κανένα όργανο δεν φτάνει μόνο του, αλλά μαζί μπορούν να δημιουργήσουν κάτι εξαιρετικό.

Προσωπικά, είχα την τύχη να βρεθώ σε περιβάλλοντα όπου αυτή η συνεργασία ήταν ουσιαστική, σε ομάδες με ανθρώπους από διαφορετικούς κλάδους, που ο ένας ενίσχυε τον άλλον. Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, και το «κλειδί» για την επόμενη γενιά λύσεων στη βιοτεχνολογία.

Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι συνηθέστερες επιστημονικές παρερμηνείες ή υπεραπλουστεύσεις γύρω από την τεχνολογία «Βrain-on-Chip», όπως αυτές αποτυπώνονται στον δημόσιο διάλογο και τα μέσα ενημέρωσης;

Μια από τις πιο συχνές παρερμηνείες είναι η ιδέα ότι το «Brain-on-Chip» είναι ένας «τεχνητός εγκέφαλος» ή ότι μπορεί να αναπαράγει πλήρως τη σκέψη, τη συνείδηση ή τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνουμε είναι να δημιουργούμε ένα μικρό σύστημα που μιμείται συγκεκριμένες λειτουργίες του εγκεφάλου, όπως για παράδειγμα πώς επηρεάζονται τα κύτταρα από φλεγμονή, ή πώς αντιδρούν σε ένα φάρμακο. Δεν πρόκειται για «έναν εγκέφαλο σε μικρογραφία», αλλά για ένα εργαλείο που μας βοηθά να μελετάμε με μεγαλύτερη ακρίβεια βασικές βιολογικές διεργασίες.

Εξίσου παραπλανητική είναι και η αντίληψη ότι αυτά τα μοντέλα μπορούν να αντικαταστήσουν άμεσα τις κλινικές δοκιμές ή τα ζωικά πειράματα. Η αλήθεια είναι ότι βρισκόμαστε ακόμα στη φάση όπου τα μοντέλα αυτά προσφέρουν πολύτιμα δεδομένα, αλλά χρειάζονται χρόνος, έλεγχος και συνεχής εξέλιξη για να μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν ευρέως στις ρυθμιστικές διαδικασίες έγκρισης φαρμάκων.

Πιστεύω πως είναι σημαντικό να εξηγούμε καθαρά στο κοινό τι μπορεί να κάνει αυτή η τεχνολογία και τι όχι. Όχι για να περιορίσουμε τον ενθουσιασμό, αλλά για να χτίσουμε εμπιστοσύνη με βάση την πραγματικότητα και όχι υπερβολές. Οι δυνατότητες είναι τεράστιες, αλλά χρειάζεται σοβαρότητα, συνέπεια και ανοιχτός διάλογος.

Καθώς η τεχνολογία “Βrain-on-Chip” και συναφείς βιοτεχνολογικές εφαρμογές προσελκύουν το ενδιαφέρον μεγάλων φαρμακευτικών και τεχνολογικών κολοσσών, ποιοι είναι, κατά τη γνώμη σας, οι βασικοί κίνδυνοι ως προς την πρόσβαση, τη διαφάνεια και την ισότιμη αξιοποίηση αυτών των καινοτομιών;

Όταν μια νέα τεχνολογία αρχίζει να γίνεται γνωστή και υπόσχεται μεγάλες αλλαγές, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να τη διεκδικήσουν λίγοι, είτε εταιρείες με ισχυρή χρηματοδότηση είτε μεγάλοι οργανισμοί που θέλουν να έχουν τον πλήρη έλεγχο. Το “Brain-on-Chip” δεν είναι απλώς ένα ερευνητικό εργαλείο, αλλά μια τεχνολογία που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη διαδικασία ανακάλυψης φαρμάκων και, τελικά, την πρόσβαση των ασθενών σε καλύτερες θεραπείες.

Ένας βασικός κίνδυνος είναι η άνιση πρόσβαση. Μικρότερες ερευνητικές ομάδες, πανεπιστήμια ή χώρες με περιορισμένους πόρους κινδυνεύουν να μείνουν εκτός αυτής της επιστημονικής εξέλιξης. Εξίσου σοβαρό είναι και το ζήτημα της περιορισμένης διάθεσης των δεδομένων. Όταν τα αποτελέσματα δεν μοιράζονται, αλλά κρατούνται αποκλειστικά για εμπορική χρήση, εμποδίζεται η συλλογική πρόοδος και περιορίζεται η αξιοποίηση της γνώσης.

Πιστεύω ότι είναι ευθύνη όλων μας –ερευνητών, επιχειρηματιών, ιδρυτών– να διασφαλίσουμε ότι αυτές οι τεχνολογίες θα χρησιμοποιούνται υπεύθυνα. Να υπάρχουν συνεργασίες, να μοιραζόμαστε τη γνώση και να δημιουργούμε δίκτυα που επιτρέπουν η καινοτομία να φτάσει τελικά εκεί που έχει σημασία, στον ασθενή.

Έχετε εργαστεί σε διαφορετικά ερευνητικά περιβάλλοντα, από το Πανεπιστήμιο Κρήτης και το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας έως πρωτοποριακές εταιρείες, όπως η Emulate Inc. –τεχνοβλαστός του Πανεπιστημίου Harvard– και η Alchemab Therapeutics. Πώς συγκρίνετε την ακαδημαϊκή έρευνα με την έρευνα στον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα όσον αφορά την καινοτομία και την εφαρμογή των αποτελεσμάτων;

Κάθε περιβάλλον έχει τη δική του αξία και τις δικές του προκλήσεις. Στην ακαδημαϊκή έρευνα υπάρχει περισσότερη ελευθερία να εμβαθύνεις σε ερωτήματα που σε ενδιαφέρουν προσωπικά, να πειραματιστείς χωρίς άμεση πίεση για «αποτελέσματα». Είναι ο χώρος όπου γεννιούνται ιδέες και αυτό είναι πολύτιμο.

Στον ιδιωτικό τομέα, η σκέψη είναι πιο εφαρμοσμένη. Υπάρχει στόχος, χρονοδιάγραμμα, και συχνά η ανάγκη να μετατρέψεις μια ιδέα σε κάτι που μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους σε πραγματικό χρόνο. Αυτό σου δίνει ένα διαφορετικό είδος ώθησης. Μαθαίνεις να εστιάζεις, να συντονίζεσαι με ομάδες, και να σκέφτεσαι πώς θα φτάσεις πιο γρήγορα σε κάτι που έχει πρακτικό αντίκτυπο.

Η αλήθεια είναι πως η μεγαλύτερη δύναμη έρχεται όταν αυτά τα δύο περιβάλλοντα συνεργάζονται. Όταν η επιστημονική περιέργεια συναντά τη δομή και το όραμα της εφαρμογής. Προσωπικά, έχω μάθει πολλά και από τα δύο, και πιστεύω ότι η γέφυρα μεταξύ τους είναι εκεί όπου γεννιέται η ουσιαστική καινοτομία.

Ως έλληνας επιστήμονας που διαπρέπει στο εξωτερικό, ποια είναι η άποψή σας για την τρέχουσα κατάσταση της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα; Ποιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να ενισχύσουν την καινοτομία και να αποτρέψουν τη «διαρροή εγκεφάλων»;

Η Ελλάδα έχει εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό. Υπάρχουν ερευνητές με πάθος, γνώση και δημιουργικότητα, που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους συναδέλφους τους στο εξωτερικό. Το πρόβλημα δεν είναι η ποιότητα των επιστημόνων, αλλά οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να δουλέψουν.

Αυτό που λείπει συχνά είναι η σταθερή στήριξη, τόσο σε επίπεδο υποδομών όσο και σε επίπεδο χρηματοδότησης. Πολλές φορές βλέπεις σημαντικές ιδέες που μένουν στα χαρτιά, ή εξαιρετικούς επιστήμονες που φεύγουν στο εξωτερικό γιατί δεν βρίσκουν τον χώρο να εξελιχθούν.

Πιστεύω ότι η αλλαγή μπορεί να έρθει μέσα από στοχευμένες κινήσεις όπως η ενίσχυση των ερευνητικών κέντρων, η στήριξη των νέων επιστημόνων με υποτροφίες και προγράμματα που επιτρέπουν τη συνέχιση της έρευνας στην Ελλάδα και -πολύ σημαντικό- η διασύνδεση της έρευνας με την καινοτόμο επιχειρηματικότητα. Χρειαζόμαστε γέφυρες μεταξύ ακαδημαϊκού χώρου και βιομηχανίας.

Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει το «brain drain» σε «brain gain», αλλά αυτό δεν θα γίνει μόνο με ευχές. Θα γίνει με στρατηγικές επιλογές και έμπρακτη στήριξη σε αυτούς που προσπαθούν να χτίσουν κάτι εδώ, παρά τις δυσκολίες.

Ποια είναι η συμβουλή σας προς τους νέους επιστήμονες που επιθυμούν να ασχοληθούν με τη βιοτεχνολογία και την ανάπτυξη φαρμάκων; Ποιες δεξιότητες θεωρείτε απαραίτητες για την επιτυχία σε αυτόν τον ταχέως εξελισσόμενο τομέα;

Θα τους έλεγα πρώτα απ’ όλα να μη φοβούνται να ακολουθήσουν την περιέργειά τους. Να θέτουν ερωτήματα και να ψάχνουν απαντήσεις, ακόμα κι αν φαίνονται δύσκολες ή «εκτός πλαισίου». Η βιοτεχνολογία εξελίσσεται συνεχώς, και σε αυτό το περιβάλλον, αυτός που μαθαίνει συνεχώς και προσαρμόζεται, έχει πάντα θέση.

Εκτός από τη γνώση της βιολογίας, πολύ σημαντικές είναι και οι πρακτικές δεξιότητες όπως ο σχεδιασμός πειραμάτων, η ανάλυση δεδομένων, η κατανόηση τεχνολογιών αιχμής. Αλλά εξίσου σημαντικά είναι η συνεργατικότητα, η καλή επικοινωνία και η ικανότητα να εξηγείς περίπλοκα πράγματα με απλό τρόπο. Αυτά είναι τα εργαλεία που σε κάνουν χρήσιμο σε μια ομάδα και απαραίτητο σε ένα project.

Και κάτι ακόμα, να μη μετρούν την πορεία τους μόνο με δημοσιεύσεις ή τίτλους. Η αληθινή αξία είναι στο αποτύπωμα που αφήνεις, σε μια ομάδα, σε μια θεραπευτική προσπάθεια, ή σε έναν ασθενή που στο μέλλον μπορεί να ωφεληθεί από τη δουλειά σου. Εκεί βρίσκεται, νομίζω, το πιο ουσιαστικό νόημα της επιστήμης.

Ο Δρ. Ιωσήφ Πεδιαδιτάκης είναι Αντιπρόεδρος της Thera Phragma και επικεφαλής του Τμήματος Βιολογίας στην Phragma Therapeutics, όπου ηγείται της ανάπτυξης φαρμάκων για την αποκατάσταση του αιματοεγκεφαλικού φραγμού. Έχει πολυετή εμπειρία στην έρευνα και ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών για νευροεκφυλιστικές παθήσεις, μέσα από ρόλους σε πρωτοποριακές εταιρείες όπως η Emulate Inc. –τεχνοβλαστός του Πανεπιστημίου Harvard– και η Alchemab Therapeutics. Στην Emulate, ηγήθηκε της ανάπτυξης του Brain-Chip, το οποίο αναγνωρίστηκε ως μία από τις κορυφαίες καινοτομίες του 2021 από το περιοδικό "The Scientist". Ο Δρ. Πεδιαδιτάκης είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κρήτης, με διδακτορικό στις Νευροεπιστήμες και μεταδιδακτορική έρευνα στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ).

Αντώνης Μάριος ΠαΠαγιώτης

Αντώνης Μάριος ΠαΠαγιώτης

Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Διασχίζοντας ετερόκλητα ακαδημαϊκά πεδία που φαίνεται να συσχετίζονται, τελικά, με μια αόρατη πετρόλ κλωστή, συγκλίνω επίπονα στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία μου στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η εξειδίκευση στο πολιτικό και ψηφιακό μάρκετινγκ παραμένει σταθερά ενεργή. Τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα εστιάζουν, με αυξανόμενη ένταση, στις ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις των τεχνολογικά μεσολαβούμενων αλληλεπιδράσεων.

Ακολουθήστε μας

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις