Πριν από περίπου έναν χρόνο είχα δημοσιεύσει στη HuffPost ένα σύντομο άρθρο με ορισμένες σκέψεις μου αναφορικά με την απαγόρευση των κινητών τηλεφώνων στα ελληνικά σχολεία, μέτρο που παρουσιάστηκε τότε ως άμεση λύση. Εξαρχής είχα εκφράσει την επιφύλαξή μου ότι μια οριζόντια απαγόρευση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τα προβλήματα. Μπορεί να λειτουργήσει ως προσωρινό “μπάλωμα”, αλλά αφήνει άθικτες τις πραγματικές αιτίες των δυσκολιών που τα κινητά προκαλούν στα παιδιά: την απόσπαση προσοχής, τον διαδικτυακό εκφοβισμό, τα ζητήματα ψυχικής υγείας και την έλλειψη ψηφιακού αλφαβητισμού. Είχα προτείνει μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση: εκπαίδευση των μαθητών στην υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας, αξιοποίηση των κινητών ως εργαλείων μάθησης, στενή συνεργασία σχολείου και γονέων και, πάνω απ’ όλα, προγράμματα ψηφιακής αγωγής που θα καλλιεργούν δεξιότητες ψηφιακού πολίτη.
Όπως ανέμενα, το άρθρο δεν είχε καμία απολύτως απήχηση· δεν προκάλεσε αντίδραση στους υπευθύνους χάραξης πολιτικής και, φυσικά, δεν άλλαξε τίποτα στην πράξη. Αντιθέτως, στον δημόσιο λόγο ήταν πολλαπλάσια τα δημοσιεύματα που υπερθεμάτιζαν την κυβερνητική απόφαση, αναδεικνύοντας τα οφέλη της απαγόρευσης· μάλιστα, το μέτρο αποδείχθηκε εξαιρετικά δημοφιλές στην κοινή γνώμη (βλ. εδώ, εδώ και εδώ).
Επανέρχομαι σήμερα καθώς στο τεύχος του περιοδικού Economist της 6ης Σεπτεμβρίου ένα δημοσίευμα (βλ. εδώ) παρουσίασε μια έρευνα που υποστηρίζει ότι η απαγόρευση των κινητών τηλεφώνων στην τάξη βοηθά τους μαθητές. Όπως συμβαίνει συνήθως, το δημοσίευμα αναπαράχθηκε αμέσως στα ελληνικά μέσα (ενδεικτικά, βλ. εδώ).
Λόγω του προσωπικού μου ενδιαφέροντος για το θέμα, αλλά και επειδή διδάσκω στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών στην Κυβερνοψυχολογία ένα μάθημα που εστιάζει στις επιδράσεις των ψηφιακών τεχνολογιών στον ανθρώπινο νου, και κάθε τέτοια εποχή μπαίνω στη διαδικασία να αναζητώ πρόσφατες έρευνες που αξίζει τον κόπο να προτείνω στους φοιτητές μου να μελετήσουν κριτικά, αναζήτησα και εντόπισα τη συγκεκριμένη έρευνα (διαθέσιμη εδώ). Η μελέτη της αποκάλυψε αρκετές αδυναμίες και περιορισμούς, ορισμένους από τους οποίους αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι συγγραφείς.
Στο protagon.gr, για παράδειγμα, το δημοσίευμα του Economist αναπαράχθηκε με τίτλο «Ναι ή όχι κινητά στις τάξεις; Όχι, λέει διεθνής έρευνα», ενώ αν ήθελαν να είναι ακριβείς θα έπρεπε να γράφει «Ναι ή όχι κινητά στα αμφιθέατρα; Όχι, λέει διεθνής έρευνα». Γιατί; Μα απλούστατα, επειδή η έρευνα διεξήχθη σε φοιτητές δέκα ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ινδία! Στοιχειώδεις γνώσεις μεθοδολογίας αρκούν για να καταλάβει κανείς πως τα ευρήματα αυτά δεν μας επιτρέπουν να γενικεύσουμε σε μαθητές μικρότερων ηλικιών ή περισσότερο αναπτυγμένων χωρών.
Η έρευνα παρουσιάζεται ως «ιδιαίτερα φιλόδοξη» και προς επίρρωση προβάλλεται ο ισχυρισμός πως «16.955 φοιτητές που παρακολουθούσαν 2.000 μαθήματα τοποθετήθηκαν τυχαία σε τάξεις στις οποίες, πριν εισέλθουν, υποχρεούνταν ή δεν υποχρεούνταν να παραδώσουν τα κινητά τους τηλέφωνα. Και διαπιστώθηκε πως οι φοιτητές χωρίς κινητά είχαν καλύτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις». Αν όμως οι συντάκτες είχαν διαβάσει προσεκτικά την έρευνα, θα είχαν διαπιστώσει πως, ενώ αρχικά επιλέχθηκαν 18 ιδρύματα, 10 από αυτά ολοκλήρωσαν το πλήρες πρωτόκολλο, και, κυρίως, ότι έγκυρα αποτελέσματα συλλέχθηκαν από μόλις 2.557 συμμετέχοντες. Εδώ έχουμε μια ακόμη σοβαρή μεθοδολογική αδυναμία, γνωστή ως μεροληψία της μη απόκρισης (non-response bias). Για να το διατυπώσω με απλά λόγια, τα αποτελέσματα βασίζονται μόνο σε όσους τελικά απάντησαν και συμπλήρωσαν σωστά τα ερωτηματολόγια, πράγμα που σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε αν αυτοί οι φοιτητές είναι αντιπροσωπευτικοί του συνόλου. Αν, για παράδειγμα, ανταποκρίθηκαν κυρίως οι πιο επιμελείς ή όσοι είχαν πιο θετική εμπειρία, τότε τα ευρήματα μπορεί να δίνουν μια μεροληπτική εικόνα της πραγματικότητας.
Και πόση ήταν η μετρήσιμη βελτίωση των επιδόσεων των φοιτητών από την παρέμβαση; Μόλις 0,086 τυπικές αποκλίσεις στον μέσο όρο της βαθμολογίας των φοιτητών. Οι γνώστες βασικών στοιχείων στατιστικής καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για ένα πολύ μικρό μέγεθος επίδρασης. Οι ερευνητές αλλά και αρκετοί συντάκτες στα διάφορα sites το αναγνωρίζουν και το αναφέρουν. Εντούτοις, ο επικεφαλής της έρευνας, Dr. Alp Sungu, θεωρεί πως αυτή η μικρή βελτίωση δεν είναι αμελητέα, αλλά θα ήταν «αντίστοιχη με εκείνη που θα σημειωνόταν μέσω της αντικατάστασης ενός μέτριου καθηγητή από έναν πολύ καλύτερο για ένα εξάμηνο». Ομολογώ πως αδυνατώ να ελέγξω τον ισχυρισμό.
Στην έρευνα εντόπισα τουλάχιστον δέκα ακόμη αδυναμίες, με τις οποίες δεν θέλω να κουράσω τους αναγνώστες εδώ (επιπλέον, δεν θέλω να «κάψω» το υλικό, καθώς σκοπεύω να το χρησιμοποιήσω ως μια καλή άσκηση για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές μου).
Είναι ενδιαφέρον πως το ίδιο δημοσίευμα του Economist κλείνει με αναφορά σε μια παλαιότερη πειραματική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη Σουηδία (Kessel, Hardardottir & Tyrefors, 2020 – βλ. εδώ), η οποία δεν διαπίστωσε καμία ουσιαστική αλλαγή από την απαγόρευση των κινητών. Οι συγγραφείς της έρευνας ερμήνευσαν το εύρημα επισημαίνοντας ότι η Σουηδία είναι η πιο «κορεσμένη» σε υπολογιστές χώρα της Ευρώπης, με το 70% των μαθητών της Β΄ Γυμνασίου να διαθέτει προσωπικό υπολογιστή ήδη από το 2017. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όπου η χρήση ψηφιακής τεχνολογίας είναι πλήρως ενσωματωμένη στην καθημερινή εκπαιδευτική πρακτική, οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η εφαρμογή μιας γενικής απαγόρευσης ίσως αποδειχθεί αναποτελεσματική. Πώς σχολιάζει το Economist το συμπέρασμα αυτό; Γράφει (και με αυτή τη φράση κλείνει το άρθρο): “American schools should take notice” (τα αμερικανικά σχολεία θα έπρεπε να το λάβουν υπόψη). Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς το γεγονός ότι στη Σουηδία ένα μέτρο γενικής απαγόρευσης θεωρείται ενδεχομένως αναποτελεσματικό, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η λύση για άλλες χώρες είναι να αποφύγουν τέτοια επίπεδα ψηφιακής διάχυσης. Αντιθέτως, οι ευρωπαϊκοί στόχοι εστιάζουν ακριβώς στην καθολική πρόσβαση και στον ψηφιακό αλφαβητισμό ως βασικές δεξιότητες του 21ου αιώνα. Η απάντηση, επομένως, δεν μπορεί να είναι η τεχνητή καθυστέρηση της ψηφιακής διάχυσης, αλλά η δημιουργία των παιδαγωγικών και θεσμικών πλαισίων που θα επιτρέπουν τη γόνιμη και υπεύθυνη αξιοποίησή της μέσα στο σχολείο.
Κλείνοντας, θα ήθελα να σημειώσω πως ο λόγος που επιμένω να ασχολούμαι με το ζήτημα των κινητών στην εκπαίδευση δεν είναι επειδή το αντιλαμβάνομαι ως μια μάχη στρατοπέδων ανάμεσα σε λάτρεις της τεχνολογίας (technophiles), οι οποίοι βλέπουν στην τεχνολογία μόνο ευκαιρίες, και σε τεχνοφοβικούς, που τη θεωρούν σχεδόν αποκλειστικά πηγή προβλημάτων. Μια τέτοια διχοτόμηση απλοποιεί υπερβολικά την πραγματικότητα και οδηγεί σε αδιέξοδες αντιπαραθέσεις. Πεποίθησή μου είναι ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση: τα κινητά και γενικότερα οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν πράγματι να αποσπούν, να εντείνουν φαινόμενα όπως ο εκφοβισμός ή η απομόνωση, και να δημιουργούν νέες προκλήσεις για την ψυχική υγεία. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι και εργαλεία με τεράστιες δυνατότητες για μάθηση, επικοινωνία, δημιουργικότητα και ανάπτυξη δεξιοτήτων. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μια τυφλή απαγόρευση ούτε μια άκριτη αποθέωση, αλλά η αναζήτηση ισορροπίας: πώς μπορούμε να ελαχιστοποιήσουμε τις αρνητικές συνέπειες και να αξιοποιήσουμε τις θετικές προοπτικές μέσα από παιδαγωγικές πρακτικές, συνεργασία σχολείου-γονέων και προγράμματα ψηφιακής αγωγής που καλλιεργούν ώριμους και υπεύθυνους ψηφιακούς πολίτες.
Εξίσου σημαντικό θεωρώ το να προσεγγίζουμε κάθε νέα έρευνα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αντικειμενικότητα. Σε ζητήματα που αγγίζουν την καθημερινότητα της εκπαίδευσης και προκαλούν έντονες κοινωνικές συζητήσεις, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να διαβάζουμε τα δεδομένα μέσα από το φίλτρο των προσωπικών μας απόψεων ή των ιδεολογικών μας προτιμήσεων. Αυτό μπορεί να μας οδηγήσει είτε να υπερτιμήσουμε ευρήματα που στηρίζουν τις θέσεις μας είτε να απορρίψουμε αβασάνιστα όσα μας ενοχλούν. Αντίθετα, ο ρόλος του ερευνητή, του εκπαιδευτικού αλλά και του υπεύθυνου πολίτη είναι να εξετάζει προσεκτικά τη μεθοδολογία, να εντοπίζει τις αδυναμίες αλλά και τις αρετές κάθε μελέτης και, κυρίως, να κατανοεί τα όρια μέσα στα οποία μπορούν να γενικευτούν τα αποτελέσματα. Μόνο έτσι μπορούμε να συζητάμε σοβαρά για εκπαιδευτικές πολιτικές που στηρίζονται σε στοιχεία και όχι σε εντυπώσεις.


