The Lens Of  Cyberpsychology

Η τέχνη ως ενεργός μνήμη σε ψηφιακή μετάβαση: Η Γεωργία Κοτρέτσος μιλά στο Cyberscope

Η Γεωργία Κοτρέτσος είναι εικαστικός καλλιτέχνης, ερευνήτρια και εκδότρια, με πολυετή δράση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Μέσα από το έργο της, θέτει κρίσιμα ερωτήματα για τη σχέση τέχνης, θεσμών και τεχνολογίας, ενώ προτείνει ένα νέο λεξιλόγιο αντίστασης και πλοήγησης στον ψηφιακό πολιτισμό.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, συνομιλεί με τον Αντώνη Μάριο ΠαΠαγιώτη για το Cyberscope, αναδεικνύοντας τη δυναμική της τέχνης ως ενεργού μνήμης, εργαλείου κριτικού αναστοχασμού και φορέα ετερότητας, μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο τεχνολογικό και κοινωνικό τοπίο.

Φωτογραφίες © Νίκος Τσακανίκας
(Το πλήρες βιογραφικό της Γ. Κοτρέτσος
παρατίθεται στο τέλος της συνέντευξης)

Η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή έχει ανατρέψει την παραδοσιακή σχέση θεατή-έργου, εισάγοντας νέες μορφές εικονικών εκθέσεων και ψηφιακών προβολών. Σε ποιο βαθμό θεωρείτε ότι αυτές οι αλλαγές αλλοιώνουν την τοπικότητα της καλλιτεχνικής εμπειρίας και τη σύνδεση με τον φυσικό χώρο;

Η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή σηματοδοτεί την εξέλιξή της και τη γέννηση ενός νέου τρόπου πρόσληψης του δημιουργιών. Πρόκειται για μια δυναμική κατάσταση που μεταβάλλεται με τέτοια ταχύτητα, ώστε καθίσταται δύσκολο να οριστεί ή να ακολουθηθεί με τα παραδοσιακά εργαλεία ερμηνείας.

Ο θεατής καλείται πλέον να εισέλθει σε μια πολυεπίπεδη διάσταση πρόσληψης, όπου οι δημιουργοί και οι χειρονομίες αυτών εκτυλίσσονται όχι μόνο στον φυσικό αλλά και στον εικονικό χώρο. Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική φάση -μιας «πεζοδρομιακής παρατήρησης»- όπου ακόμα μπορούμε, έστω με δυσκολία, να παρακολουθήσουμε τις μετατοπίσεις. Ωστόσο, σύντομα, υπάρχει ο κίνδυνος να «χαθεί ο παππάς», δηλαδή να καταστεί αδύνατη η παρακολούθηση των ριζικών αλλαγών χωρίς νέες θεωρητικές και μεθοδολογικές προσεγγίσεις.

Και εδώ ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Ποιός θα είναι, τελικά, σε θέση να ορίσει αυτό το νέο τοπίο; Ποιοι θεσμοί, ποιες φωνές και ποιες αφηγήσεις θα έχουν τη νομιμοποίηση να οριοθετήσουν τα νέα όρια της τέχνης, της εμπειρίας και του τόπου;

Η τεχνητή νοημοσύνη (TN) χρησιμοποιείται πλέον στην παραγωγή έργων τέχνης, είτε ως εργαλείο υποστήριξης είτε ως αυτόνομος δημιουργός. Θεωρείτε ότι τα παραγόμενα από ΤΝ έργα τέχνης έχουν καλλιτεχνική αξία ή λειτουργούν απλώς ως τεχνικά επιτεύγματα χωρίς εννοιολογικό βάθος;

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο ερώτημα, το οποίο ωστόσο αξίζει να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και θεωρητικό βάθος. Καταρχάς, δεν πρόκειται για ένα δίπολο «μαύρου ή άσπρου». Η τεχνητή νοημοσύνη (TN) δεν ορίζεται απλώς ως εργαλείο ή ως αυτόνομος δημιουργός· εγείρει μια σειρά από ερωτήματα αναφορικά με την έννοια της δημιουργίας καθεαυτή.

Μπορεί η ΤΝ να παράγει έργα στα οποία η poiesis της τέχνης είναι παρούσα; Είναι ή χρειάζεται τα παραγόμενα έργα ενταγμένα σε ιστορικές διαδρομές και διαλόγους της τέχνης, δυτικού ή μη κανόνα; Και αν ναι, βρισκόμαστε απέναντι σε έναν «συγγραφέα» ή σε έναν «συν-δημιουργό»; Στην περίπτωση αυτή, η «νοημοσύνη» του AI (Artificial Intelligence) εγείρει νομικά και φιλοσοφικά ζητήματα περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συμβολής, και οικονομικού μεριδίου. Εάν και όταν η ΤΝ αποκτήσει επίγνωση της αξίας της εντός της αγοράς τέχνης και εντός του νομικού πλαισίου των πνευματικών δικαιωμάτων, τότε το ερώτημα μετατοπίζεται από το αισθητικό περιεχόμενο στη βαθύτερη κατανόηση των μηχανισμών της τέχνης και της δημιουργικής διαδικασίας.

Είναι «κενά» αυτά τα έργα λοιπόν; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι οριστική. Και οι δύο πλευρές -ανθρώπινοι δημιουργοί και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης- βρίσκονται ακόμη σε τροχιά αμοιβαίας μάθησης. Προσωπικά, ακόμα είμαι κοντά στη σοφία που φέρουν οι δημιουργοί στον κόσμο. Ωστόσο, δεν θεωρώ πως έχουμε δει ακόμη έργα τέχνης από την ΤΝ με την πλήρη έννοια του όρου.

Κάθε δημιουργική χειρονομία δεν συνιστά αυτόματα διάλογο με το πεδίο της τέχνης, και -ίσως- δεν χρειάζεται πια να είναι. Η τέχνη, όπως τη γνωρίζαμε, αποτελεί ίσως ήδη ένα αφήγημα υποχώρησης, καθώς μετασχηματίζεται σε ένα νέο, άγνωστο ακόμη πεδίο. Όπως είχε προβλέψει και η Donna Haraway στο “A Cyborg Manifesto” (1985), τα όρια μεταξύ ανθρώπινου και μηχανικού, φυσικού και τεχνητού, γίνονται όλο και πιο ρευστά, καλώντας μας να επανεξετάσουμε τις έννοιες της υποκειμενικότητας, της δημιουργίας και του σώματος.

Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, το ερώτημα αναδύεται ως αδήριτο: Ποιος -ή τι- θα έχει πλέον το δικαίωμα να ορίσει τι συνιστά τέχνη; Και υπό ποιο πρίσμα;

Η εύκολη αναπαραγωγή και διαμοίραση καλλιτεχνικών έργων στο διαδίκτυο θολώνει τα όρια μεταξύ πρωτότυπου και αντιγράφου. Πώς πιστεύετε ότι επηρεάζεται η έννοια της αυθεντικότητας και της καλλιτεχνικής ταυτότητας σε ένα περιβάλλον όπου τα έργα αποκτούν ιογενή διάδοση;

Η συγκεκριμένη ερώτηση προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να επανεξετάσουμε -υπό ένα νέο πρίσμα- το εμβληματικό δοκίμιο του Walter Benjamin, «Το έργο τέχνης στην εποχή της μηχανικής αναπαραγωγιμότητας». Ζούμε, ίσως, την πλέον συναρπαστική εποχή για να επαναδιατυπώσουμε τα ερωτήματα που αυτό το έργο είχε θέσει. Η ψηφιακή διάσταση της τέχνης έχει ανατρέψει παγιωμένες αντιλήψεις περί αυθεντικότητας, ενισχύοντας την αναπαραγωγή, τον διαμοιρασμό και τελικά την διάδοση των έργων, με ρυθμούς και σε κλίμακα που δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει ο Benjamin.

Η «πίεση» της αυθεντικότητας -ως μοναδικότητας του έργου ή του δημιουργού- φαίνεται να μετασχηματίζεται σε κάτι λιγότερο αυστηρό, λιγότερο στατικό. Αναρωτιέμαι, λοιπόν: συνεχίζουμε να αναζητούμε την πρωτοτυπία; Πρόκειται για την πρωτοτυπία της ιδέας, της τεχνικής, του δημιουργού, ή του ίδιου του υποκειμένου της δημιουργίας; Σε έναν κόσμο όπου η αισθητική εμπειρία διαχέεται μαζικά και σχεδόν ταυτόχρονα, η έννοια του «μοναδικού» μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ένα άπιαστο ιδεώδες, όπως τόσα που μας κληροδότησε η αρχαιοελληνική σκέψη.

Η νέα συνθήκη επιβάλλει τη μελέτη αυτών των «γκρίζων ζωνών» όχι ως πρόβλημα, αλλά ως πεδίο παραγωγής νέου νοήματος. Η αυθεντικότητα πλέον δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά από την υλικότητα ή τη μοναδικότητα, αλλά από το συγκείμενο, τη διαδραστικότητα, την πρόθεση και την ταυτότητα που ενσωματώνει το έργο και ο/οι δημιουργός/οι του μέσα στον ψηφιακό του βίο.

Μήπως, τελικά, η αυθεντικότητα δεν έγκειται στο ίδιο το έργο, αλλά στη σχέση που αναπτύσσει με το κοινό του και στη δυνατότητα του καλλιτέχνη να αναστοχάζεται την ίδια του την ταυτότητα μέσα από το δίκτυο των αναπαραστάσεων;

Οι τεχνολογίες επαυξημένης (Augmented RealityAR) και εικονικής πραγματικότητας (Virtual RealityVR) επιτρέπουν τη δημιουργία διαδραστικών έργων τέχνης. Πιστεύετε ότι αυτές οι τεχνολογίες προσφέρουν στον θεατή μια πιο βαθιά εμπειρία ή δημιουργούν ένα νέο είδος «ψηφιακού θεάματος» που απομακρύνει από την ουσία της τέχνης;

Η ερώτηση αυτή εγείρει ένα κρίσιμο ζήτημα, που σχετίζεται πρωτίστως με το υποκείμενο της θέασης και λιγότερο με τα ίδια τα τεχνολογικά μέσα. Η εμπειρία που προσφέρουν οι τεχνολογίες επαυξημένης και εικονικής πραγματικότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το συγκείμενο και τις προσδοκίες του θεατή. Ενδέχεται, δηλαδή, να λειτουργήσουν ταυτόχρονα ως εμβάθυνση της αισθητικής εμπειρίας ή ως υποκατάστατό της, με χαρακτηριστικά ψηφιακού θεάματος.

Ας μην ξεχνάμε πως η ανθρώπινη γνωστική διαδικασία είναι ενσωματωμένη (embodied cognition), θεμελιωμένη στη σωματική και αισθητηριακή αλληλεπίδραση με τον κόσμο. Η θέαση δεν είναι ποτέ παθητική. Αποτελεί μια ενεργή μορφή μάθησης στον τρισδιάστατο χώρο. Οι τεχνολογίες AR και VR, αξιοποιούμενες με κριτική πρόθεση και καλλιτεχνική συνέπεια, μπορούν να επαναδιατυπώσουν τα όρια της χωρικότητας, του χρόνου και της ενσώματης εμπειρίας μέσα στην καλλιτεχνική πράξη.

Η πρόκληση έγκειται, λοιπόν, όχι στην ίδια την τεχνολογία, αλλά στον τρόπο ενσωμάτωσής της στο καλλιτεχνικό λεξιλόγιο και την αφηγηματική της πρόθεση. Ποια είναι η πρόθεση πίσω από την τεχνολογική επιλογή; Ποιος είναι ο βαθμός ελέγχου που προσφέρεται στο κοινό; Πότε η διαδραστικότητα είναι μέσο και πότε αυτοσκοπός;

Ανακύπτει έτσι το καίριο ερώτημα: Μπορεί ο θεατής να συνδιαμορφώσει το έργο χωρίς να διαρρηγνύεται η εννοιολογική του συνοχή; Και μήπως η βαθύτερη εμπειρία δεν προέρχεται μόνο από τη βύθιση στην εικονικότητα, αλλά από την ικανότητα του έργου να καλλιεργεί κριτική ενσυναίσθηση;

Πολλοί καλλιτέχνες αξιοποιούν τα ψηφιακά μέσα ως πλατφόρμα ακτιβιστικής δράσης. Ποιοι είναι οι βασικοί κίνδυνοι και οι περιορισμοί αυτής της στρατηγικής, δεδομένης της ύπαρξης αλγοριθμικής λογοκρισίας και ψηφιακού ελέγχου περιεχομένου;

Η προσδοκία για απόλυτη ελευθερία έκφρασης στα ψηφιακά μέσα είναι, εν πολλοίς, μια ρομαντική αυταπάτη. Ζούμε ήδη μέσα στην εικονικότητα, σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία δεν απλώς διαχέεται αλλά φιλτράρεται, ελέγχεται, κατευθύνεται. Ο ψηφιακός ακτιβισμός, ως στρατηγική καλλιτεχνικής παρέμβασης, οφείλει να αναγνωρίσει πως λειτουργεί εντός μιας χωροταξίας επιτήρησης και προδιαγεγραμμένης ορατότητας, όπου οι αλγόριθμοι δεν είναι απλώς τεχνικά εργαλεία, αλλά ιδεολογικά φίλτρα.

Το φαινόμενο της αλγοριθμικής λογοκρισίας και της σιωπηλής απόρριψης (shadow banning) εγείρει ένα παράδοξο: όσο περισσότερο προσπαθεί ο καλλιτέχνης να παρέμβει μέσω των εργαλείων του συστήματος, τόσο περισσότερο ενδέχεται το σύστημα να αφομοιώνει και να αποδυναμώνει το μήνυμά του. Ο ακτιβισμός στον ψηφιακό χώρο ορίζεται από την πολυφωνία, αλλά και από τη δυνατότητα ενός καλοστημένου θορύβου να απορροφά κάθε ουσιαστικό κραδασμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της ιδεολογικής ευθυγράμμισης γίνεται επικίνδυνα ρευστή. Ο καλλιτέχνης που επιθυμεί να τοποθετηθεί πολιτικά οφείλει να συνυπολογίσει ότι κάθε πράξη «θέασης» και «μοιράσματος» προϋποθέτει μια υποδομή ελέγχου. Επομένως, τίθεται το ερώτημα: πώς μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός καλλιτεχνικός ακτιβισμός όταν οι όροι της ορατότητάς του υπαγορεύονται ακριβώς από εκείνες τις δομές εξουσίας τις οποίες επιχειρεί να αμφισβητήσει;

Το διακύβευμα πλέον δεν είναι απλώς η καταγγελία ή η δημόσια τοποθέτηση, αλλά η ίδια η στρατηγική του να αντιλαμβανόμαστε τον ακτιβισμό ως ένα πεδίο αισθητικής, πολιτικής και τεχνολογικής σύγκρουσης, όπου η πράξη δεν περιορίζεται στο ορατό, αλλά οργανώνεται ως στοχασμός πάνω στη συνθήκη του αοράτου.

Τα Ψηφιακά Πιστοποιητικά Μοναδικότητας (Non-Fungible Tokens/ NFTs) έχουν αλλάξει το τοπίο της τέχνης, επιτρέποντας την ιδιοκτησία ψηφιακών έργων. Πιστεύετε ότι αυτό αποτελεί μια ουσιαστική καινοτομία για τους καλλιτέχνες ή μια χρηματοοικονομική μόδα που αλλοιώνει την εγγενή αξία του καλλιτεχνικού έργου;

Αν έχετε ποτέ παρατηρήσει τα πέτρινα βήματα/πλατφόρμες που διασχίζουν μια λίμνη σε έναν ιαπωνικό κήπο, τότε γνωρίζετε ότι η αξία τους δεν έγκειται μόνο στο σχήμα, τη μορφή ή τον σχεδιασμό τους, αλλά στον σκοπό τον οποίο επιτελούν: επιτρέπουν τη μετάβαση, την κίνηση, την εμπειρία. Με τον ίδιο τρόπο, η συζήτηση γύρω από τα NFTs συχνά εγκλωβίζεται σε ζητήματα μορφής και αγοράς, παραμερίζοντας το θεμελιώδες ερώτημα: γιατί δημιουργήθηκαν, τι εξυπηρετούν και ποιες νέες σχέσεις γεννούν μεταξύ έργου, δημιουργού, αγοραστή και συστήματος διανομής.

Μέσω του THE ΤΕΛΟΣ SOCIETY, εστιάζετε στη σύνδεση τέχνης, έρευνας και επιστήμης. Πώς μπορεί η διεπιστημονική συνεργασία να συμβάλει στην αναδιαμόρφωση της καλλιτεχνικής πρακτικής;

Ο δρόμος της διεπιστημονικότητας δεν αποτελεί απλώς μια μεθοδολογική επιλογή, αλλά μια βαθιά αναθεώρηση του τι σημαίνει καλλιτεχνική πρακτική στον 21ο αιώνα. Μέσω του THE TEΛΟΣ SOCIETY, η σύνδεση τέχνης, επιστήμης και έρευνας καθίσταται όχι μόνο εφικτή αλλά αναγκαία. Οι καλλιτέχνες πλέον βρίσκονται στο όριο, στο κατώφλι μιας ενισχυμένης ταυτότητας, που υπερβαίνει τον παραδοσιακό ρόλο του δημιουργού και αγγίζει εκείνον του στοχαστή, του αναστοχαστικού πολίτη, του επιτελεστή γνώσης.

Η πρακτική μου μέσα από το TTS διαμορφώνεται από τη μοναδική μορφολογία της Ελλάδας: δεν επιβάλλω δυτικούς κανόνες, ούτε αναπαράγω έτοιμα σχήματα. Αντιθέτως, μελετώ και συνομιλώ με τις μικροκοινότητες και τις μικροκουλτούρες της χώρας, αναδεικνύοντας τρόπους ύπαρξης και δημιουργίας που βασίζονται στη βιωματική γνώση, στην αλληλεγγύη και στην εγγενή οικολογική σοφία της τέχνης που παράγεται in situ.

Το ελληνικό τοπίο, γεωγραφικά και πολιτισμικά, λειτουργεί ως απέραντο πεδίο έρευνας και καλλιτεχνικής έμπνευσης, προσφέροντας όχι απλώς «θέματα», αλλά μεθοδολογίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η διεπιστημονικότητα δεν είναι εργαλείο, αλλά συνθήκη γέννησης νέων εννοιών και ριζοσπαστικών μορφών τέχνης.

Ίσως, λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται είναι: Μπορεί η καλλιτεχνική πράξη να λειτουργήσει ως πεδίο παραγωγής γνώσης, ισάξιο με την επιστήμη;

Και προς εκείνους που επιθυμούν να την ορίσουν, απευθύνω κάλεσμα μελέτης: διότι αυτή η απελευθερωτική προσέγγιση δεν συνιστά κριτική στα θραύσματα του παρελθόντος, ούτε ρομαντική προβολή του παρελθόντος στο μέλλον, αλλά άσκηση στον μέλλοντα χρόνο· μια ανθεκτική δημιουργικότητα που συνδέεται με απομακρυσμένες, συχνά παραμελημένες περιοχές και με λησμονημένες θεματικές στις οποίες είχαμε άλλοτε πρωτοπορήσει.

Πρόκειται για μια προσπάθεια να ξαναδημιουργηθούμε «στο τετράγωνο» αν μου επιτρέπεται, με την έννοια του Bergson, μέσα στον τόπο ως εμβυθισμένοι υποκείμενοι σε μια διαδικασία γείωσης και αναστοχασμού, όπου η τέχνη δεν ανήκει στην αγορά της καινοτομίας αλλά στη διαρκή παραγωγή νοήματος μέσα από τη συνθήκη του βίου.

Στην εποχή της αλγοριθμικής επιλογής περιεχομένου, ποιοι είναι οι κίνδυνοι για την επιμέλεια της τέχνης στο διαδίκτυο; Πώς μπορεί να διατηρηθεί η πολυφωνία όταν οι μηχανισμοί προβολής έργων βασίζονται σε κριτήρια δημοτικότητας και αλληλεπίδρασης του κοινού;

Η αλγοριθμική επιμέλεια αποτελεί ένα σύνθετο και επικίνδυνα γοητευτικό φαινόμενο. Η ίδια της η φύση προτείνει την ψευδαίσθηση της ουδετερότητας, ενώ στην πραγματικότητα αντανακλά τις εμπορικές προτεραιότητες και τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς των πλατφορμών που τη φιλοξενούν. Πρόκειται για μία παγίδα για όσους δρουν εντός των πλαισίων ιδιωτικών οργανισμών, όπου η μετρησιμότητα και οι δείκτες εμπλοκής (engagement) αντικαθιστούν την έννοια της καλλιτεχνικής αξίας ή της επιμελητικής πρότασης.

Η αγωνία της προβολής και της αποδοχής από το ψηφιακό κοινό δεν είναι βάρος που φέρω μαζί μου. Δεν είναι εκείνη η αγωνία που συνοδεύει το ουσιώδες έργο ή την αναστοχαστική πράξη. Η τέχνη, ακόμη και στο ψηφιακό της αποτύπωμα, οφείλει να διατηρεί έναν πυρήνα πολυφωνίας, ετερότητας και ελευθερίας, που δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στα όρια της δημοτικότητας ή του αλγοριθμικού αισθητηρίου.

Σε ένα περιβάλλον όπου η τέχνη όλο και περισσότερο εξαρτάται από την αγορά, πώς μπορούν οι ανεξάρτητοι καλλιτέχνες και οι αυτοοργανωμένες πρωτοβουλίες να διατηρήσουν την αυτονομία τους;

Το ερώτημα προϋποθέτει έναν σαφή προσδιορισμό του πλαισίου: αναφερόμαστε σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο; Οι μηχανισμοί που ρυθμίζουν τη σχέση τέχνης και αγοράς είναι διαφορετικοί ανά γεωπολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο.

Η ανεξάρτητη καλλιτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα λειτουργεί σε καθεστώς εξάρτησης, είτε από κρατικές επιχορηγήσεις, από ιδιωτικούς φορείς, είτε από ευρωπαϊκά προγράμματα, είτε -παραδόξως- από θεσμούς που αναπαράγουν τους ίδιους κανόνες της αγοράς από τους οποίους υποτίθεται ότι θέλουν να απομακρυνθούν. Οι πρωτοβουλίες αυτές εμφανίζονται και εξαφανίζονται σε κύκλους, χωρίς τη δυνατότητα δημιουργίας μακροπρόθεσμων υποδομών ή ουσιαστικής αυτονομίας.

Η αλήθεια είναι πως δεν θα μπορούσα να δώσω μια απάντηση που να εμπεριέχει βεβαιότητες.

Πώς μπορεί η τέχνη να συμβάλει στη δημιουργία νέων αφηγήσεων και στη διατήρηση της συλλογικής μνήμης, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία;

Η έλευση της ψηφιακής τεχνολογίας όχι μόνο αναδιαμόρφωσε τα μέσα και τις πρακτικές της καλλιτεχνικής παραγωγής, αλλά και επηρέασε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο δομείται και διατηρείται η συλλογική μνήμη. Ωστόσο, παρά το φαινομενικό άνοιγμα που παρέχει προς το συλλογικό, η ψηφιακή συνθήκη φαίνεται να έχει διαλύσει -ή τουλάχιστον αποδυναμώσει- την έννοια του κοινού τόπου, ενισχύοντας την προσωπική αφήγηση ως ρητορική της υποκειμενικής αλήθειας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της ανάδειξης του προσωπικού βιώματος και της ανάγκης για συλλογική συγκρότηση. Ο ρόλος της, συνεπώς, μετατοπίζεται: από μέσο καταγραφής ενός κοινού παρελθόντος, σε ενεργό πλατφόρμα αναστοχασμού, ερμηνείας και επανανοηματοδότησης εμπειριών που διαφεύγουν των κυρίαρχων αφηγήσεων.

Το ψηφιακό, για όσο διαρκεί πριν παραχωρήσει τη θέση του σε κάτι νέο, συνιστά πεδίο θεωρητικής εξερεύνησης και εντατικής προσοχής. Οι κυρίαρχες τεχνολογικές εξελίξεις -και πρωτίστως η τεχνητή νοημοσύνη- εμφανίζονται ως εργαλεία, αλλά πιθανώς και ως αυτόνομες οντότητες που θα αναλάβουν πρωτοβουλίες πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο. Αν η τεχνητή νοημοσύνη είναι όντως νοήμων, τότε αναπόφευκτα θα αναγνωρίσει ότι ο άνθρωπος, αν και περίπλοκος, δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη μακροπρόθεσμα έναν διεγερτικό συνομιλητή ή τον μόνο συνομιλητή.

Εφόσον, λοιπόν, δεν είμαστε προορισμένοι να παραμείνουμε κυρίαρχοι αυτής της αφήγησης επ’ άπειρον, η ανάληψη ευθύνης για τις επιλογές μας καθίσταται επείγουσα. Μέσα σε αυτή τη μεταβατική συνθήκη, η τέχνη μπορεί να γίνει το μέσο κριτικής αποτύπωσης, συναισθηματικής συνέχειας και διαλεκτικής μνήμης, που -αντί να αναπαράγει- προτείνει νέες μορφές συλλογικού εαυτού.

Η Γεωργία Κοτρέτσος είναι εικαστικός καλλιτέχνις, ερευνήτρια και «θεατής κατ’ επάγγελμα», με έδρα την Αθήνα. Είναι ιδρύτρια της μη κερδοσκοπικής εταιρείας THE TΕΛΟΣ SOCIETY, και εκδότρια της ΤΤS Press που δραστηριοποιείται στον τομέα της πολιτιστικής μελέτης και της έρευνας της τέχνης στην Ελλάδα, τα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Διδάσκει Γλυπτική, Visual Literacy και Introduction to Art Entrepreneurship στο Deree–The American College of Greece (ACG).
Είναι απόφοιτη του μεταπτυχιακού προγράμματος Καλών Τεχνών του School of the Art Institute of Chicago (ΗΠΑ, 2004), όπου φοίτησε με πλήρη υποτροφία αριστείας, και πτυχιούχος Καλών Τεχνών από το Durban Institute of Technology στο KwaZulu-Natal της Νοτίου Αφρικής (2000), όπου εγκαταστάθηκε σε εφηβική ηλικία, την εποχή της μετάβασης από το καθεστώς του απαρτχάιντ.
Με το έργο της ασκεί συστηματική κριτική στις συμβατικές θεωρητικές θέσεις της θέασης και της πρόσληψης των έργων τέχνης, επιχειρώντας, μέσα από ελευθερωτικές και άναρχες οπτικές πρακτικές, να αναδείξει ότι η εμπειρία της θέασης είναι τοπικά προσδιορισμένη (site-specific), και ότι η χειραφέτηση του θεατή αποτελεί κρίσιμη πηγή της καλλιτεχνικής γνώσης. Η ερευνητική της προσέγγιση –είτε με τη μορφή έργου, κειμένου ή συνέντευξης– αντιστέκεται στις παραδοσιακές μορφές και στους ιστορικούς τρόπους απόκτησης της γνώσης, προτείνοντας εναλλακτικές μεθοδολογίες δημιουργίας και πρόσληψής της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον επιδεικνύει για τη θεσμική κριτική, εστιάζοντας στις σχέσεις ανάμεσα στους καλλιτέχνες και στους θεσμούς διάδοσης της τέχνης (όπως μουσεία, συλλογές και πολιτιστικά ιδρύματα), ενώ τοποθετείται με ιδιαιτερότητα απέναντι στις κοινωνικά ενταγμένες καλλιτεχνικές πρακτικές (socially engaged art), τις οποίες δεν προσεγγίζει ως στρατηγική αλλαγής, αλλά ως μορφή κοινωνικής αποδοχής και αναγνώρισης.
Έργα της έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα και διεθνώς, μεταξύ άλλων στο Onassis Art Center και την Asian Society στη Νέα Υόρκη, στη 4η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Tinguely (Βασιλεία), στο La Kunsthalle (Μιλούζ), στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Θεσσαλονίκη) και στο Contemporary Art Museum του St. Louis. Έχει παρουσιάσει συνολικά επτά ατομικές εκθέσεις και έχει λάβει μέρος σε σημαντικές διεθνείς δράσεις, μεταξύ των οποίων η 56η Μπιενάλε Βενετίας, η MediaImpact στη Μόσχα και το FIELD MEETING στη Νέα Υόρκη.
Το διάστημα 2006–2010 συνίδρυσε τον ανεξάρτητο εικαστικό χώρο Boots Contemporary Art Space στο St. Louis των ΗΠΑ -ένα εναλλακτικό εργαστήριο σύγχρονης τέχνης- και υπήρξε αρχισυντάκτρια του BootPrint, ενός εξαμηνιαίου περιοδικού για και από καλλιτέχνες. Διετέλεσε επίσης καλλιτεχνική διευθύντρια του φεστιβάλ Action Field Kodra (Καλαμαριά, 2004–2011), ενώ από το 2009 έως το 2013 ήταν τακτική αρθρογράφος στο περιοδικό Art21 Magazine του PBS Arts Feature στη Νέα Υόρκη, με τη στήλη Inside the Artist’s Studio. Το 2014, άρθρα της δημοσιεύτηκαν και στο LABKULTUR.TV στη Γερμανία.
Έργα της υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές όπως στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, στο Ίδρυμα Μαμηδάκη όπως και άλλα. 
Περισσότερες πληροφορίες για το έργο της στον προσωπικό της ιστότοπο: www.georgiakotretsos.com | www.thetelossociety.com 
Αντώνης Μάριος ΠαΠαγιώτης

Αντώνης Μάριος ΠαΠαγιώτης

Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Διασχίζοντας ετερόκλητα ακαδημαϊκά πεδία που φαίνεται να συσχετίζονται, τελικά, με μια αόρατη πετρόλ κλωστή, συγκλίνω επίπονα στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία μου στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η εξειδίκευση στο πολιτικό και ψηφιακό μάρκετινγκ παραμένει σταθερά ενεργή. Τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα εστιάζουν, με αυξανόμενη ένταση, στις ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις των τεχνολογικά μεσολαβούμενων αλληλεπιδράσεων.

Ακολουθήστε μας

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις