Ο Κάρλο Ακούτις, εκτός από ευσεβής έφηβος, ήταν και παιδί της τεχνολογικής εποχής: έπαιζε Halo και Super Mario, έφτιαχνε ιστοσελίδες, πειραματιζόταν με 3D rendering στο Maya, γνώριζε Javascript και C++, αγαπούσε τις LAN συνδέσεις με τους φίλους του. Την ίδια στιγμή, κατασκεύαζε ιστότοπους αφιερωμένους στα θαύματα της Καθολικής Εκκλησίας, κοινωνούσε τακτικά, συμμετείχε στο κατηχητικό και προέτρεπε τους γονείς του να στηρίζουν φτωχούς αντί να του αγοράζουν δώρα. Πέθανε από λευχαιμία σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Σήμερα, το μουμιοποιημένο του σώμα αναπαύεται μέσα σε προθήκη από γυαλί στην Ασίζη, ντυμένο με φόρμα και αθλητικά παπούτσια Nike. Οιπροσκυνητές συρρέουν απ’ όλο τον κόσμο, στέκονται σε ουρές, αγγίζουν ευλαβικά το προστατευτικό τζάμι και απαθανατίζουν τη στιγμή παρά τις σχετικές απαγορεύσεις.
Η σκηνή καθρεφτίζει τη φαντασιακή επιθυμία επαφής με έναν εαυτό ανέγγιχτο από τον χρόνο, ένα πρόσωπο που δεν πρόλαβε να φθαρεί. Η διαδικασία ανακήρυξής του σε άγιο -που παραμένει σε εξέλιξη- ακολούθησε μια πυκνή, στρατηγική και πολυμεσική εκστρατεία, ενεργοποιώντας δίκτυα αναπαραστάσεων και ψηφιακής αφήγησης. Η μορφή του διαχύθηκε ευρέως, από blogs και αφιερωματικούς ιστότοπους έως τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ και αντικείμενα-λείψανα προς πώληση στο eBay. Η τεχνική του SEO (Search Engine Optimization – βελτιστοποίηση για μηχανές αναζήτησης) συνέβαλε στην ενίσχυση της παρουσίας του και σε μια εποχή όπου η ορατότητα λειτουργεί ως ισοδύναμο της σημασίας, ο Ακούτις έγινε σημείο αναφοράς της συλλογικής φαντασίας.
Το γεγονός ότι το όνομά του παράγει υψηλή ψηφιακή επισκεψιμότητα εγγράφεται ως ένδειξη αξίας σε ένα σύστημα όπου η πολιτισμική έκθεση υποκαθιστά τη διάρκεια και η απήχηση υπαγορεύει τη σημασία. Ό,τι αναζητείται, αποκτά υπόσταση και ό,τι προβάλλεται, νομιμοποιείται ως φορέας πίστης. Η αγιοσύνη μετατρέπεται σε λειτουργία δημοφιλίας. Η ανάδειξη ενός εφήβου σε ιερό πρότυπο στηρίζεται στην ενσάρκωση μιας ευσέβειας τεχνολογικά καταρτισμένης, αλλά ηθικά ενάρετης. Πρόκειται για μια ταυτότητα που ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες μιας Εκκλησίας σε κρίση προσανατολισμού, παρά στις μαρτυρικές αφηγήσεις του παρελθόντος. Ο Ακούτις προσφέρεται ως μορφή ταύτισης για γενιές που μεγαλώνουν εντός της ψηφιακής διάχυσης, ενσαρκώνοντας ένα πρότυπο εφηβικής εγκράτειας στον κυκλώνα της γνωστικής πολυδιάσπασης και της ψηφιακής υπερδιέγερσης.
Το αυξανόμενο ενδιαφέρον της Καθολικής Εκκλησίας για την περίπτωσή του δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη βαθύτερη κρίση παρουσίας που αντιμετωπίζουν οι θρησκευτικοί φορείς, ιδίως στον δυτικό κόσμο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμμετοχή των Καθολικών μειώνεται αισθητά, ενώ η αυτοτοποθέτηση ως «άθρησκος» αυξάνεται σταθερά την τελευταία εικοσαετία. Ενδεχομένως, η εκλογή Ποντίφικα αμερικανικής καταγωγής να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενίσχυσης της θεσμικής παρουσίας σε γεωγραφίες με έντονα σημάδια αποθρησκειοποίησης. Το βέβαιο είναι ότι η Εκκλησία αναζητά νέα σημεία εγγύτητας προς μια νεότητα που ελάχιστα συγκινείται από τα παραδοσιακά σύμβολα του ιερού, αλλά ανταποκρίνεται σε μορφές οικειότητας και σχήματα αναγνώρισης, ακόμη κι όταν αυτές φορούν sneakers.
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η εκκλησιαστική παρουσία έχει εκλείψει. Το Πάσχα στις ορθόδοξες λειτουργίες στην Ελλάδα εξακολουθεί να συγκεντρώνει πλήθος, παρά τη γενικευμένη αποδυνάμωση του θρησκευτικού λόγου στην καθημερινότητα. Ωστόσο, το κυρίαρχο πολιτισμικό παράδειγμα τείνει προς μια πιο ελαστική, καταναλωτική και εικονοκεντρική προσέγγιση του θείου. Ο Ακούτις λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας αγιοσύνης «καθαρής επιφάνειας»: προστατευμένος από τη φθορά, ακριβώς επειδή δεν του δόθηκε ο χρόνος να φθαρεί. Η παρουσία του πίσω από γυαλί μετατρέπει το σώμα σε υλικό τεκμήριο πίστης, έτοιμο προς προσκύνηση και ψηφιακή κυκλοφορία.
Η εν αναμονή αγιοποίηση ενός εφήβου που έπαιζε Pokémon και διατηρούσε προφίλ στο διαδίκτυο, δεν απορρέει απλώς από την πνευματική του αφοσίωση. Αναδεικνύεται ως εικονοποίηση μιας βαθύτερης ανασφάλειας: τι απομένει σε μια Εκκλησία που βλέπει το κοινό της να γερνά και τα ποσοστά των άθρησκων να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο; Ίσως, μια ανάγκη για σύγχρονη εικονιστική προσληψιμότητα, μια φαντασιακή επιστροφή σε ένα νεανικό βλέμμα που δεν προσβλέπει στον σταυρό, αλλά καθρεφτίζεται στις φωτεινές οθόνες και τις φιλτραρισμένες ιστορίες (stories). Δεν είναι τυχαίο ότι ο τάφος του Ακούτις λειτουργεί πια ως χώρος selfie, ως τόπος αυτοεικόνισης μέσα από την κάμερα του προσκυνητή. Η φωτογραφία δίπλα στο λείψανό του μοιάζει με είσοδο σε ένα πεδίο αισθητηριακής παρουσίας: η αγιότητα δεν είναι πια μυστήριο, είναι γεγονός και μάλιστα ορατό μέσα από γυαλί. Είναι μια αφήγηση επιμελημένη σαν σε meta-description, τη σύντομη περιγραφή που συνοδεύει κάθε ιστοσελίδα και αποσκοπεί στη βελτιστοποίηση της προβολής της στις μηχανές αναζήτησης. Δομημένη με λέξεις-κλειδιά, συνιστά μια ιστορία εσωτερικής καθαρότητας που συμβαδίζει με τα προφίλ των ψηφιακών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η Εκκλησία τον μετατρέπει σε σύμβολο, σε προσιτή φιγούρα ταύτισης, σε σημείο εγγύτητας που μοιάζει να ψιθυρίζει στους νέους: κι εσείς, μπορείτε. Μπορείτε να παίζετε World of Warcraft, αλλά να προσεύχεστε κάθε βράδυ. Μπορείτε να έχετε laptop, αλλά να μην ξεχνάτε τον Θεό. Η σύζευξη μόδας και πνευματικότητας λειτουργεί εδώ ως εργαλείο κανονιστικής ενσωμάτωσης, όχι ως πρόταγμα ρήξης.
Έχει ήδη αποκληθεί «Άγιος των gamers», παρότι έπαιζε με φειδώ για να αποφύγει τον εθισμό. Τα διεθνή ΜΜΕ τον πρόβαλαν ως «influencer του Θεού». Επανέρχεται, υπό νέα σημειολογικά συμφραζόμενα, ένα ερώτημα με ιστορικό βάθος: μήπως τελικά η αγιοσύνη υπήρξε ανέκαθεν μια μορφή επιρροής; Τα ιερά πρότυπα του παρελθόντος, από τον Φραγκίσκο της Ασίζης έως τη Θηρεσία του Αβίλα, συγκροτούσαν κοινότητες πίστης, ενέπνεαν τρόπους ζωής, μετέδιδαν νοηματοδοτημένο λόγο. Δεν είχαν ακόλουθους σε ψηφιακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά συγκροτούσαν δεσμούς αφοσίωσης. Εξάλλου, ο όρος “follower”, παρότι σύγχρονος, συγγενεύει σημασιολογικά με τον «πιστό».
Οι μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες της ιστορίας -ο Ιησούς, ο Μωάμεθ, ο Βούδας, ο Λάο Τσε- διαμόρφωσαν νέα πρότυπα ακολουθίας μέσα στα δικά τους θεολογικά και κοινωνικά συμφραζόμενα. Ο δημόσιος λόγος του Ιησού έχει αναγνωριστεί, από φιλοσόφους και κοινωνικούς στοχαστές, ως στρατηγικά διαμορφωμένος: προωθούσε την ένταξη μαθητών, συγκροτούσε κοινότητες νοήματος και ενεργοποιούσε μηχανισμούς συλλογικής αποδοχής. Αν, λοιπόν, οι άγιοι είναι σε κάθε εποχή οι ισχυρότερες μορφές θρησκευτικής επιρροής, τότε ο Ακούτις ίσως συνιστά την εκδοχή του 21ου αιώνα: ήρωας της οικειότητας, influencer του ιερού με φωτοστέφανο, μια μορφή που διαχειρίζεται το θείο με τους όρους της αναγνωρίσιμης ταύτισης.
Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίζεται στο αφηγηματικό ή το σημειολογικό. Αποτυπώνεται και σε πρακτικές, υλικές μετατοπίσεις του θείου στη σύγχρονη καθημερινότητα. Πρόσφατα, στον Καθολικό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου στην Αθήνα, τοποθετήθηκε POS με δυνατότητα καταγραφής δωρεών και παροχής φοροαπαλλαγής έως 40%. Η είδηση προκάλεσε αναστάτωση, καθώς εκλήφθηκε ως πρωτοβουλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γεγονός που οδήγησε τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο να εκδώσει επίσημη διευκρίνιση: ο ναός δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία —βάσει Κανονισμού— απαγορεύει ρητά την εγκατάσταση POS σε ορθόδοξους ναούς.
Σε συμβολικό επίπεδο, η αποδοχή τέτοιων πρακτικών από τον καθολικό χώρο υπογραμμίζει την προσπάθεια εκσυγχρονισμού των μέσων θρησκευτικής έκφρασης και τη μετατροπή του ιερού σε πεδίο συναλλαγής, ακόμη και όταν αυτές οι πράξεις τελούνται με ειλικρινή πρόθεση πίστης και διάθεση πνευματικότητας. Ο πιστός που δωρίζει αναγνωρίζεται και ως φορολογικά συμμορφούμενος πολίτης, όχι μόνο ως ευσεβής. Δεν πρόκειται για απλή λειτουργική καινοτομία, αλλά για ενσωμάτωση της θρησκευτικής εμπειρίας στη λογική του αντισταθμιστικού σχήματος. Το κερί γίνεται συναλλαγή, η πίστη αποτυπώνεται λογιστικά, η πνευματικότητα ψηφιοποιείται και υπόκειται σε έλεγχο.
KI όταν η πίστη δεν επαρκεί, επιστρατεύεται η εικόνα. Όταν εξαντλείται η μυσταγωγία, ενεργοποιείται η αφήγηση. Κι όταν το Άλλο παύει να πείθει, επιστρέφει ένας ιδεώδης εαυτός: αναγνωρίσιμος, καθησυχαστικός, σχεδόν οικείος. Ο Ακούτις δεν προβάλλεται ως ασκητής που απαρνείται τον κόσμο, αλλά ως συμμετοχική μορφή που εντάσσεται σε αυτόν με πειθαρχημένη επιμέλεια. Δεν λιμοκτονεί στην έρημο, δεν αποσύρεται από τα εγκόσμια, δεν προλέγει. Η αγιότητά του προκύπτει από την πολιτισμικά αποδεκτή συμμόρφωση, ουχί από τη ρήξη.
Σε ψυχαναλυτικό επίπεδο, η εξουσία -ακόμα και η θρησκευτική- παραμένει προσκολλημένη στην ανάγκη για κατοπτρισμό: δεν επιζητεί μορφές που τη διαταράσσουν, αλλά πρόσωπα που την εξομαλύνουν. Η εικόνα του Κάρλο Ακούτις, αλώβητη πίσω από γυαλί, λειτουργεί λιγότερο ως υπενθύμιση του παραδείσου και περισσότερο ως αντανάκλαση μιας εσωτερικής επιθυμίας: να βιώνει κανείς αποδοχή, αγάπη και επάρκεια, χωρίς να σταυρωθεί. Το σώμα του ενεργοποιεί διπλή σημειολογία: λείψανο και ψηφιακή παρουσία. Μια μορφή αγιότητας μετανεωτερικής: συμμετοχικής, ορατής, ποσοτικοποιήσιμης.
Σε αυτό το νέο τοπίο, η Εκκλησία υιοθετεί στρατηγικές προσαρμογής στην εικόνα και το συμβολικό, αναζητώντας πρότυπα που να εντάσσονται στον σύγχρονο κόσμο, χωρίς να χάνεται η δυνατότητα υπέρβασής του. Ο Ακούτις αναδεικνύεται σε εμβληματική μορφή αυτής της μετάβασης: ένας έφηβος εξοικειωμένος με την τεχνολογία, αλλά πειθαρχημένος, μια φιγούρα που μεταφέρει την ιερότητα από την ασκητική ρήξη στην καθημερινή κανονικότητα. Η ευσέβειά του δεν θεμελιώνεται στην άρνηση του κόσμου, αλλά στην ειρηνική του ενσωμάτωση. Η θρησκευτική εικονοποιία ευθυγραμμίζεται με τη λογική του branding, προσφέροντας μορφές πίστης όχι πια προφητικές, αλλά αναγνωρίσιμες και ενταγμένες, φορείς μιας ήπιας, λειτουργικής υπέρβασης.
Ο τόπος του θαύματος μετατοπίζεται: δεν είναι πλέον το μυροβλύζον σώμα ή το αχειροποίητο εικονίδιο, αλλά η εικονιστική αναπαράσταση πίσω από γυαλί, μια εικόνα καθαρότητας, επιμελημένη για ψηφιακή κυκλοφορία και κοινωνική κατανάλωση. Η Εκκλησία, διαμεσολαβώντας αυτό το αφήγημα, επιχειρεί να ανακτήσει συμβολικό κεφάλαιο, να διατηρήσει συγκινησιακή απήχηση και να επανατοποθετηθεί ως πλαίσιο ταύτισης.
Πόσο απέχει, όμως, αυτός ο μηχανισμός από την αρχιτεκτονική της ψηφιακής επιρροής; Μπορεί άραγε η αγιότητα να ιδωθεί ως το προνεωτερικό ανάλογο του “verified status”; Αν οι άγιοι υπήρξαν άλλοτε οι διαμεσολαβητές νοήματος του θρησκευτικού φαντασιακού, ποια είναι σήμερα τα κριτήρια του «αγίου περιεχομένου»; Αρκεί η ευσέβεια; Η απόδειξη δύο θαυμάτων; Ή απλώς η δυνατότητα ιογενούς αναπαραγωγής της εικόνας;
Η υπόρρητη ψυχοδυναμική αυτής της στροφής συνδέεται με τον φόβο της απόσυρσης από τον δημόσιο λόγο. Η εξουσία, ακόμη και όταν ενδύεται τον μανδύα της θρησκευτικότητας, δεν αντέχει τη συρρίκνωση. Αντιδρά με ναρκισσιστική αναδίπλωση, επαναδιατυπώνοντας τους όρους της αποδοχής. Η ιερότητα δεν απαιτεί πλέον πίστη άνευ όρων, αλλά προσφέρει εναλλακτικά πρότυπα εγγύτητας, αισθητικής καθαρότητας και επικοινωνιακής πολλαπλασιασιμότητας. Η αξιολόγηση του θαύματος στις διαδικασίες αγιοποίησης φαίνεται πλέον να προσμετρά τη δυνατότητα κοινωνικής επικύρωσης και ψηφιακής διάχυσης, εντάσσοντάς το σε ένα νέο καθεστώς ορατότητας και ανταλλακτικής αξίας.
Ακόμη κι αν η πίστη του υπήρξε αυθεντική, η μορφή του αναδεικνύεται πλέον ως σημείο συμβολικής αναδιάταξης και μια εικόνα που ενσωματώνει τις εντάσεις μεταξύ θείου και ψηφιακού, μεταξύ παράδοσης και επικοινωνιακής στρατηγικής. Σε μια εποχή όπου το θρησκευτικό βίωμα συσκευάζεται, αναπαράγεται και προσφέρεται ως αφήγημα έτοιμο προς κατανάλωση, ο Ακούτις καθίσταται φορέας ενός νέου τρόπου πρόσληψης του ιερού. Αντιμέτωπη με τη δική της παρακμή, η Εκκλησία δεν διεκδικεί πλέον αποδοχή μέσω υπερβατικής αυθεντίας, αλλά μέσω κανονιστικής ορατότητας. Προτείνεται ως κοινότητα μορφών και συμβόλων και εκεί, ανάμεσα σε pixels και θυμίαμα, ο μακάριος Ακούτις προβάλλει ως συμβιβαστική διέξοδος: μια ενδιάμεση φιγούρα ανάμεσα στην εσωτερικότητα του θρησκευτικού αισθήματος και την εξωτερικότητα της εικόνας.
Ο θεσμός της πίστης αναζητά πλέον μορφές που να συνδυάζουν τεχνολογική οικειότητα με ηθική εγκράτεια, πρόσωπα που να είναι ορατά για να εμπνέουν, προσιτά για να συγκινούν. Η ιερότητα αποχωρίζεται σταδιακά την απόκρυφη διάστασή της και επανεμφανίζεται ως επιμελημένη, ψηφιακά προσβάσιμη, συμμετοχική. Ο Κάρλο Ακούτις λειτουργεί ως μορφή μετάβασης: από τη θεολογία της χάριτος στην οικονομία της εικόνας, από τη μαρτυρία στην πολιτισμική επιμέλεια της αγιότητας, από το θαύμα στην ψηφιακά προσαρμοσμένη αφήγηση. Το ερώτημα «ποιος είναι άγιος σήμερα;» δεν απαντάται πλέον με όρους υπερβατικής βεβαίωσης, αλλά με βάση τη δυνατότητα ταύτισης, την αισθητική καθαρότητα, την ψηφιακή αναπαραγωγιμότητα της εικόνας. Ο Ακούτις καθρεφτίζει μια συλλογική επιθυμία να διασωθεί κάτι από εμάς, ακριβώς επειδή εκείνος δεν πρόλαβε να γίνει εμείς. Λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη τελετή ανακήρυξής του σε άγιο, ο Πάπας Φραγκίσκος απεβίωσε. Ακολούθησε η εκλογή του νέου Ποντίφικα και η διαδικασία αγιοποίησης αναμένεται πλέον να συνεχιστεί, ολοκληρώνοντας τον μετασχηματισμό του Ακούτις σε συμβολική μορφή μιας Εκκλησίας που, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός, καλείται να αναπροσαρμόζει τα εκφραστικά της μέσα για να επιβιώσει και μετασχηματίζεται για να διατηρήσει το νόημά της.


