Πριν από κάποιους μήνες είδα την ταινία Flow, δύο φορές μάλιστα. Ύστερα από την πρώτη προβολή, γύρισα σπίτι και ανακοίνωσα στον πατέρα μου: «Είδα μία ταινία που θα σε ενδιαφέρει». Έτσι λοιπόν την είδαμε και μαζί. Τη δεύτερη φορά που βγήκα από το σινεμά όμως, αντιλήφθηκα το θέμα από μία ακόμα όψη, την οποία και θα μοιραστώ παρακάτω.
Στο Flow βιώνουμε τις αγωνιώδεις μέρες (συμπιεσμένες σε ένα δίωρο) μιας μαύρης γάτας που ξαφνικά χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Κυριολεκτικά. Σε έναν κόσμο με πυκνή βλάστηση, οι άνθρωποι δεν υπάρχουν πλέον και πρωταγωνιστούν μόνο ζώα παντός είδους. Φαίνεται σαν κάποτε να υπήρχε ανθρώπινη παρουσία, καθώς βλέπουμε διάσπαρτα σπίτια και ανθρωπόμορφα αγάλματα, μα δεν γνωρίζουμε πότε και από ποιους χτίστηκαν. Δεν απασχολεί και πολύ όμως, οι άνθρωποι δεν είναι αυτή τη φορά οι πρωταγωνιστές. Ο κόσμος, το καταπράσινο δάσος, όπου τα ζώα της ιστορίας συμβιώνουν, πλημμυρίζει για αδιευκρίνιστους λόγους εν μια νυκτί και μετατρέπεται σε απέραντη θαλάσσια έκταση. Η πρωταγωνίστρια γάτα καλείται να ζήσει μία πρωτόγνωρη για εκείνη συνθήκη, να πλεύσει δηλαδή σαν θαλασσόλυκος μαζί με κάποιους συνταξιδιώτες που επιβίωσαν στην ίδια βάρκα, ένα golden retriever, ένα λεμούριο, ένα καπιμπάρα και ένα πουλί. Κατά τη διάρκεια του βιβλικού τους ταξιδιού πολλά συμβαίνουν, συνοδοιπόροι προστίθενται, άλλοι φεύγουν, μα το πιο σημαντικό είναι πως όλα αυτά διαμορφώνουν και οπλίζουν την πρωταγωνίστρια με σημαντικά για τη ζωή μαθήματα. Μπορεί στο τέλος το νερό να υποχωρεί και ο γνώριμος κόσμος να αποκαθίσταται, μα η συνειδητοποίηση της μεταβλητότητας των πάντων στη φύση, οι ισορροπίες της επιβίωσης και η σημασία της συντροφικότητας καταγράφονται βαθιά στην ψυχή της πρωταγωνίστριας.
Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για τους λόγους που το Flow με συνεπήρε, αλλά αυτή τη φορά θα προσεγγίσω την ταινία από τον κυβερνοψυχολογικό φακό. Αυτή είναι και η δεύτερη ανάλυση που ανέφερα πώς προέκυψε με την επαναπροβολή της, αν και τότε δεν είχα καταλάβει εντελώς συνειδητά τον προβληματισμό. Ένιωθα μεν πως έβλεπα μία σαφώς καλοφτιαγμένη ταινία με βαθιά νοήματα, μα ταυτόχρονα υπήρχε και κάτι ακόμα· κάτι που την έκανε να νιώθει περισσότερο με ψηφιακό παιχνίδι προσομοίωσης και το εννοώ με θετική χροιά. Τώρα νομίζω πως μου είναι πιο ξεκάθαρο το αίσθημα αυτό. Ας κάνουμε πρώτα μία σύντομη αναδρομή στο πως συστάθηκε το έργο αυτό όμως.
Η ταινία ξεκίνησε να δημιουργείται από τον παραγωγό λετονικής παραγωγής, Gints Zibalodis, με μικρό μπάτζετ για αρχή, σε ένα νεοσύστατο στούντιο ονόματι Dream Well Studio. Η ομάδα αποτελείτο από 15 με 20 άτομα και η παραγωγή έγινε μέσω του Blender, ένα δωρεάν και ανοιχτού κώδικα εργαλείου γραφικών 3D. Κατά την πορεία παραγωγής βέβαια, στο έργο προστέθηκαν και συμπαραγωγοί, συγκεκριμένα ένα γαλλικό κι ένα βέλγικο studio, το Sacrebleu Productions και το Take Five. Σύντομα επίσης, η Dream Well Studios έλαβε αρκετές χρηματοδοτήσεις για το Flow. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την εντύπωση που μου έκαναν οι τίτλοι αρχής, και το πόση ώρα (εντάξει- λεπτά) πήρε η παρουσίαση των χορηγών της ταινίας. Χρειάστηκαν 5 χρόνια, αναφέρει ο Zibalodis, ώστε ο ίδιος και οι συνεργάτες να μάθουν να δουλεύουν άρτια με το Blender, να επικοινωνούν με μεγαλύτερους παραγωγούς και να παρουσιάζουν την πρόοδο τους μέχρις ότου η ταινία να είναι έτοιμη για να βγει στους κινηματογράφους. Έτσι καταλαβαίνουμε πως η Dream Well Studios, το ανεξάρτητο αρχικά στούντιο, κατάφερε να δημιουργήσει κάτι που εισχώρησε στην επικρατούσα τάξη μαζί με παραγωγές μεγάλου βεληνεκούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η απονομή βραβείου Oscar ως καλύτερη ταινία Κινουμένων Σχεδίων για το 2025. Να σημειωθεί πως δεν θεωρώ την απόκτηση ενός λαμπερού βραβείου από μόνη της ταυτόσημη με την καλλιτεχνική επιτυχία. Στην περίπτωση του Flow όμως το βήμα αυτό συμβολίζει πως χώρος υπάρχει και για τους φαινομενικούς απόκληρους. Άλλωστε η καλή δουλειά δεν κρύβεται.
Μόλις συνειδητοποίησα την προεργασία αυτή πίσω από το έργο, άρχισα να βλέπω τι πέτυχε το Flow: να αξιοποιήσει την τεχνολογία όχι μονάχα ως τεχνικό μέσο, αλλά ως φορέα συναισθηματικής έκφρασης. Το Flow, αν και φτιαγμένο με ανοιχτού κώδικα εργαλεία, χωρίς χολιγουντιανές υπερπαραγωγές, καταφέρνει να υφάνει ένα ρεαλιστικό, και ταυτόχρονα φανταστικό, κόσμο, όπου τα ζώα δεν μιλάνε, δεν σκέφτονται σαν άνθρωποι, αλλά παράλληλα γίνονται απολύτως κατανοητά στον θεατή. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά γίνεται φανερό πως η πρωταγωνίστρια φτιάχτηκε από έναν άνθρωπο που αγαπάει τις γάτες. Πρώτη φορά βλέπω ταινία που παρουσιάζει τα ζώα, κυρίως τη γάτα, χωρίς να στηρίζει το χαρακτήρα και τις πράξεις τους στον υπερτονισμό των στερεοτυπικών τους χαρακτηριστικών. Ναι, η γάτα είναι επιφυλακτική, εσωστρεφής και νευρική, αλλά ταυτόχρονα συναισθάνεται τους αγχωμένους συνοδοιπόρους της, είναι γενναία και μένει ξύπνια για να προστατέψει την ίδια και τους γύρω της τη νύχτα. Έτσι εξηγείται και η αρχική, συνειρμική παρομοίωση της ταινίας με παιχνίδι προσομοίωσης. Το περιβάλλον φαντάζει οικείο, η μουσική είναι γαλήνια, οι ήχοι της φύσης είναι ρεαλιστικοί και η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα από τα μάτια της γάτας, χαρακτηριστικό που δίνει την αίσθηση πως ο θεατής συμβάλλει στις επιλογές και τις κινήσεις της.
Πιστεύω λοιπόν, πως την επιτυχημένη αυτή απόδοση της ψυχολογίας των χαρακτήρων η ταινία την πέτυχε μέσα από την εξισορρόπηση τεχνολογικών μέσων και της ανθρώπινης αφήγησης κι ευαισθησίας. Ίσως να μη χρειάζονται πάντοτε τεχνολογικοί εντυπωσιασμοί, περίτεχνα CGI και υπέρογκα χρηματικά ποσά για να προκύψει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Φυσικά και το Flow έχει πολύ όμορφες εικόνες και γραφικά που αναδεικνύουν τις ικανότητες των δημιουργών της, αλλά φαίνεται σαν να λειτούργησε η τεχνολογία περισσότερο ως προέκταση της φαντασίας τους, παρά σαν αυτοσκοπός. Πράγματι, η ταινία δεν είναι ψηφιακά φορτωμένη και αυτό δεν αφαιρεί από την τεχνική της ποιότητα. Αντιθέτως, καταλήγει σε ένα αποτέλεσμα πιο «ήσυχο». Αυτό ίσως να είναι και το συστατικό που την ξεχώρισε. Σε έναν κόσμο που όλα έχουν πλημμυρίσει απροειδοποίητα και όπου ανθρώπινη φωνή δεν ακούγεται, παρά οι ήχοι των ζώων και το θρόισμα των φύλλων, δεν χρειάζονται πολυπλοκότητες. Είναι αυτό που είναι: η φύση και το δέος που συχνά τη διέπει. Αναρωτιέμαι τέλος: «μήπως αυτή η γαλήνη που μεταδίδει το Flow να αποτελεί κι ένα σχόλιο στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την τεχνολογία;» Δεν ξέρω αν πράγματι είναι, πάντως επιλέγω να το ερμηνεύσω και έτσι, μεταφορικά. Όπως και οι άνθρωποι στην ταινία δεν υπάρχουν, αλλά έχουν αφήσει πίσω τους πανέμορφα και μεγαλεπήβολα κτίσματα, έτσι και στον κόσμο μας έχουμε δημιουργήσει τεχνικά αριστουργήματα, μα κάποιες φορές δε βλεπόμαστε, είμαστε αποξενωμένοι. Όπως η πλημμύρα κατέκλυσε το δάσος ραγδαία, ομοίως κι εμείς βιώνουμε την κυριαρχία της τεχνολογίας στην καθημερινότητα, χωρίς να καταλάβουμε πότε έγινε αυτό τόσο έντονα. Εξάλλου και η πλημμύρα της ταινίας ξέσπασε ξαφνικά μόνο κατά τα φαινόμενα. Στην «πραγματικότητα» κάποιες χρόνιες αλλαγές του φυσικού περιβάλλοντος θα την προκάλεσαν. Και φυσικά, το σχόλιο αυτό δεν αποσκοπεί σε τεχνοφοβική ρητορική. Άλλωστε, και η ίδια η ταινία δε δίνει έμφαση στο χάος λόγω της αλλαγής του περιβάλλοντος, μα κυρίως καταγράφει τις αναπροσαρμογές στις ζωές των χαρακτήρων για να συνηθίσουν τη νέα τους ζωή. Έτσι και εμείς, πιστεύω, δε χρειάζεται ούτε να απορρίψουμε, ούτε όμως να παραδοθούμε στον ψηφιακό κόσμο. Μπορούμε αντιθέτως να αναπροσαρμοστούμε, να διατηρήσουμε τις ανθρώπινες ποιότητές μας και να δημιουργήσουμε νέα πράγματα με τα μέσα που μας δίνει. Μην ξεχνάμε πως εμείς τα δημιουργήσαμε.
Περισσότερα:
1. https://www.blender.org/user-stories/making-flow-an-interview-with-director-gints-zilbalodis/
2. https://www.dazeddigital.com/film-tv/article/66428/1/gints-zilbalodis-flow-a-dreamy-arthouse-animation-climate-crisis-cat-oscar


