The Lens Of  Cyberpsychology

Χρήστος Ζερεφός στο Cyberscope: Ψηφιακή Διαμεσολάβηση της Κλιματικής Γνώσης και Δημόσια Ευθύνη

Ο Ακαδημαϊκός και Εθνικός Εκπρόσωπος για την Κλιματική Αλλαγή, Καθηγητής Χρήστος Ζερεφός, συνομιλεί με τον Αντώνη Μάριο ΠαΠαγιώτη στο Cyberscope για τις μακροχρόνιες ατμοσφαιρικές παρατηρήσεις, την ανεξαρτησία της επιστήμης, την κοινωνική πρόσληψη της κλιματικής απειλής και τον ρόλο της ψηφιακής διαμεσολάβησης στην επιστημονική πληροφόρηση και τη διεθνή συνεργασία.

(Το πλήρες βιογραφικό του Χ. Ζερεφού
παρατίθεται στο τέλος της συνέντευξης)

Πώς εκτιμάτε ότι η συνδυασμένη αξιοποίηση δορυφορικών παρατηρήσεων, επίγειων χρονοσειρών και υπολογιστικών μοντέλων έχει μετασχηματίσει την επιστημολογία της ατμοσφαιρικής έρευνας; Ποιες μορφές γνώσης καθίστανται σήμερα κρίσιμες σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας ψηφιακής διασύνδεσης;

Η συνδυασμένη αξιοποίηση δορυφορικών παρατηρήσεων, επίγειων χρονοσειρών και υπολογιστικών μοντέλων έχει μετασχηματίσει ριζικά τις ατμοσφαιρικές επιστήμες, καθιστώντας τες πιο ολοκληρωμένες και ακριβείς. Οι δορυφορικές παρατηρήσεις παρέχουν συνεχή, παγκόσμια κάλυψη σε υψηλή χωρική και χρονική ανάλυση, επιτρέποντας στους επιστήμονες να παρακολουθούν ατμοσφαιρικά φαινόμενα και κλιματικές παραμέτρους σε κλίμακες που ήταν αδύνατες παλαιότερα. Οι ατμοσφαιρικές μετρήσεις προερχόμενες από επίγειους σταθμούς, που συνεισφέρουν παγκόσμια και εθνικά δίκτυα, προσφέρουν την βέλτιστη ακρίβεια σε τοπικό επίπεδο. Το πλήθος αυτών των μετρήσεων, όπως επίσης και των δορυφορικών, είναι συνεχώς αυξανόμενο. Οι μετρήσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως «μετρήσεις αναφοράς» (ground truth) και είναι ιδανικές για την επικύρωση των δορυφορικών δεδομένων και αριθμητικών προσομοιώσεων. Ένα επιπρόσθετο εργαλείο στις ατμοσφαιρικές επιστήμες, είναι τα αριθμητικά μοντέλα τα οποία προσομοιώνουν διεργασίες του συστήματος Γης-Ατμόσφαιρας. Οι προσομοιώσεις πραγματοποιούνται, είτε για το παρελθόν είτε για το μέλλον, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα χρονικών κλιμάκων. Η συνδυασμένη αξιοποίηση δορυφορικών παρατηρήσεων, επίγειων μετρήσεων και υπολογιστικών μοντέλων έχει επιφέρει έναν βαθύ μετασχηματισμό στην επιστημολογία της ατμοσφαιρικής έρευνας, διότι μετακινεί το επίκεντρο από τη μεμονωμένη παρατήρηση στη συνθετική, πολυεπίπεδη και διαλειτουργική κατανόηση της ατμόσφαιρας. Οι νέες τάσεις εστιάζουν στην συνέργεια όλων των διαθέσιμων εργαλείων και συγκεκριμένα στην αφομοίωση «μεγάλων» δεδομένων (big data) μέσω προηγμένων τεχνικών αφομοίωσης (data assimilation) βελτιώνοντας σημαντικά την ακρίβεια των προβλέψεων και των προσομοιώσεων των φυσικών μηχανισμών. Σε αυτό το σύγχρονο περιβάλλον, καθίστανται καίριες οι τεχνικές δεξιότητες (π.χ. επεξεργασία μεγάλων δεδομένων), η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων (π.χ. τεχνητή νοημοσύνη, μηχανική μάθηση), η επιστημονική γνώση, η ελεύθερη πρόσβαση σε δεδομένα και η επικοινωνία των αποτελεσμάτων στο ευρύ κοινό και σε αρμόδιους φορείς.

Σε μια δημόσια σφαίρα που επηρεάζεται από γρήγορες, αποσπασματικές απεικονίσεις δεδομένων (instant data), ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η αναλυτική και ερμηνευτική αξία των μακροχρόνιων παρατηρήσεων; Τι κινδυνεύει να χαθεί όταν η κλιματική γνώση συμπιέζεται στο στιγμιαίο;

Σε μια δημόσια σφαίρα που διαμορφώνεται από γρήγορες, οπτικά εντυπωσιακές αλλά επιστημονικά αποσπασματικές απεικονίσεις δεδομένων, οι μακροχρόνιες παρατηρήσεις αποκτούν καίρια αναλυτική και ερμηνευτική σημασία. Οι χρονοσειρές δεκαετιών -όπως τα δεδομένα διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) από το ηφαίστειο Mauna Loa στη Χαβάη, οι καταγραφές θερμοκρασίας από παγκόσμια δίκτυα σταθμών, οι πολυετείς αναλύσεις αερολυμάτων από το δίκτυο AERONET και οι επαναναλύσεις τύπου ERA5– είναι απαραίτητες για την απομόνωση στατιστικά αξιόπιστων τάσεων, τη διάκριση ανάμεσα στη φυσική κλιματική μεταβλητότητα και τις ανθρωπογενείς επιδράσεις, καθώς και για τη βαθμονόμηση και επαλήθευση των αριθμητικών μοντέλων κυκλοφορίας και ποιότητας αέρα. Χωρίς αυτές, η επιστημονική τεκμηρίωση χάνει την ικανότητα να ανιχνεύει μακροπρόθεσμες μεταβολές, να αξιολογεί την ισχύ αιτιοκρατικών σχέσεων και να εκτιμά την αβεβαιότητα και την ακεραιότητα των προβλέψεων. Η συμπίεση της κλιματικής γνώσης στο στιγμιαίο οδηγεί σε ψευδείς εντυπώσεις, μετατρέπει τη στοχαστική δυναμική των κλιματικών συστημάτων σε επικοινωνιακό θέαμα και υπονομεύει την επιστημονική εποπτεία μέσω υπεραπλουστευμένων ή αντιφατικών μηνυμάτων. Αυτό που κινδυνεύει να χαθεί δεν είναι μόνο το ιστορικό βάθος των δεδομένων, αλλά και η ικανότητα της επιστήμης να παράγει αξιόπιστη, προβλεπτική και κοινωνικά χρήσιμη γνώση· μια απώλεια που αγγίζει τελικά την αποτελεσματικότητα των πολιτικών επιλογών και την ίδια τη δημόσια κατανόηση της κλιματικής πραγματικότητας.

Λαμβάνοντας υπόψη την καθοριστική συμβολή σας στην έρευνα για το όζον και το κλίμα, πώς αποτιμάτε τη σχέση ανάμεσα στη στέρεα επιστημονική τεκμηρίωση και στους ψυχοκοινωνικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η κοινωνία διαμορφώνει την αντίληψή της για την κλιματική απειλή;

Η σχέση ανάμεσα στη στέρεα επιστημονική τεκμηρίωση και στους ψυχοκοινωνικούς μηχανισμούς που διαμορφώνουν την κοινωνική αντίληψη για την κλιματική απειλή είναι βαθιά και πολυεπίπεδη. Η ιστορία της προστασίας του όζοντος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: η ανακάλυψη της τρύπας του όζοντος στην Ανταρκτική από το British Antarctic Survey και η επιβεβαίωσή της από δορυφορικές μετρήσεις της NASA οδήγησαν σε μια πρωτοφανή διεθνή κινητοποίηση, η οποία κορυφώθηκε με την υιοθέτηση του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ το 1987, ένα παγκόσμιο, δεσμευτικό νομικό πλαίσιο για τη σταδιακή κατάργηση των φθοροχλωρανθράκων (CFCs). Η επιτυχία του δεν ήταν μόνο επιστημονική, αλλά και κοινωνική: το μήνυμα για την απειλή της υπεριώδους ακτινοβολίας έγινε κατανοητό και απτό για τις κοινωνίες, δημιουργώντας κοινωνική συναίνεση και πολιτική βούληση.

Σήμερα, στην περίπτωση της κλιματικής αλλαγής, η στέρεη τεκμηρίωση που παρέχουν οι εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), βασισμένες σε χιλιάδες αξιολογημένες επιστημονικές μελέτες, αποτυπώνει με αυστηρή μεθοδολογία τις παγκόσμιες τάσεις, τις ανθρωπογενείς αιτίες και τις προβλέψιμες επιπτώσεις. Παράλληλα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Μετεωρολογίας (WMO), μέσω των ετήσιων εκθέσεων για το κλίμα και της διαχείρισης των παγκόσμιων δικτύων παρατήρησης, παρέχει αντικειμενικούς δείκτες και επιχειρησιακά δεδομένα, όπως συγκεντρώσεις CO₂, θερμοκρασία επιφάνειας και καταγραφή ακραίων φαινομένων. Ωστόσο, η μετατροπή της τεκμηριωμένης γνώσης σε κοινωνική δράση δεν είναι αυτόματη: επηρεάζεται από συναισθηματικούς παράγοντες, από τη δομή των ΜΜΕ, από πολιτικές αντιπαραθέσεις και από τη δυσκολία αντίληψης στατιστικών εννοιών σε καθημερινό επίπεδο. Όταν η επιστήμη συμπιέζεται σε στιγμιαία εικόνα ή σε επικοινωνιακό σύνθημα, κινδυνεύει να χάσει τη συνοχή και το βάθος της, δημιουργώντας σύγχυση ή απάθεια.

Το παράδειγμα του όζοντος δείχνει ότι όταν η επιστημονική προειδοποίηση συνδέεται με ξεκάθαρη αφήγηση, διεθνή συνεργασία και συλλογική ευθύνη, μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικές λύσεις. Η κλιματική αλλαγή απαιτεί ανάλογη ωριμότητα: όχι μόνο επιστημονική ακρίβεια, αλλά και κατανόηση της ανθρώπινης ψυχολογίας και της κοινωνικής δυναμικής που καθορίζει πώς αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο και πώς αποφασίζουμε να δράσουμε.

Καθώς η κλιματική αλλαγή συνδέεται όλο και περισσότερο με αισθήματα άγχους και αβεβαιότητας σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες, ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος της ακαδημαϊκής κοινότητας στη διαμόρφωση μορφών κλιματικής επικοινωνίας που ενισχύουν την ψυχολογική ανθεκτικότητα χωρίς απλοποιήσεις ή υπερβολές;

Η κλιματική αλλαγή, όπως πολλές φορές έχει επισημανθεί, δεν είναι μόνο ένα επιστημονικό ζήτημα αλλά και μια βαθιά ανθρωποκεντρική πρόκληση. Το άγχος και η αβεβαιότητα που παρατηρούμε ιδιαίτερα στους νέους, αλλά και σε ανθρώπους όλων των ηλικιών, αποτελούν εύλογη αντίδραση απέναντι σε ένα φαινόμενο που εξελίσσεται ταχύτερα από ό,τι είχαν προβλέψει τα μοντέλα πριν από μερικές δεκαετίες. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι κρίσιμος και πολυδιάστατος.

Πρώτον, η επιστήμη οφείλει να μιλά με καθαρότητα, τεκμηρίωση και χωρίς δραματοποίηση. Η υπερβολή και ο καταστροφισμός δεν οδηγούν σε συνειδητοποίηση ή δράση· οδηγούν σε παράλυση, φόβο και απογοήτευση. Χρειάζεται μια επικοινωνία που βασίζεται σε δεδομένα, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει και την ανθρώπινη ικανότητα προσαρμογής και αντίδρασης.

Δεύτερον, η ακαδημαϊκή κοινότητα πρέπει να καλλιεργεί την ψυχολογική ανθεκτικότητα μέσω της γνώσης, όχι της άρνησης. Να δείχνει ότι, παρόλο που οι αλλαγές είναι ήδη αισθητές, υπάρχουν λύσεις: από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την εξοικονόμηση πόρων, μέχρι την επιστήμη των προσαρμογών και την τεχνολογία της παρακολούθησης του πλανήτη. Όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει διαδρομή και ότι τα αποτελέσματα κόπου και πολιτικών επιλογών μπορούν να μετρηθούν, η αίσθηση ελέγχου και προοπτικής ενισχύεται.

Τρίτον, τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα έχουν ευθύνη να δημιουργούν γέφυρες επικοινωνίας με την κοινωνία, πέρα από τις αίθουσες συνεδρίων. Εκπαιδευτικά προγράμματα στα σχολεία, δημόσιες διαλέξεις, συνεργασίες με καλλιτέχνες και δημιουργούς, και η αξιοποίηση της σύγχρονης ψηφιακής τεχνολογίας μπορούν να μεταφέρουν το μήνυμα της επιστήμης με τρόπο κατανοητό, χωρίς απλουστεύσεις που υπονομεύουν την αξιοπιστία.

Τέλος, η ακαδημαϊκή κοινότητα οφείλει να είναι παράδειγμα νηφαλιότητας και αισιοδοξίας που βασίζεται στη γνώση. Όπως έχω πει και παλαιότερα, η ανθρωπότητα έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει προβλήματα που έμοιαζαν άλυτα (το παράδειγμα της προστασίας του όζοντος είναι ένα από αυτά). Η ιστορική εμπειρία πρέπει να λειτουργεί όχι ως εφησυχασμός, αλλά ως απόδειξη ότι οι συλλογικές λύσεις είναι εφικτές όταν υπάρχει σοβαρότητα και συνεργασία.

Έχοντας συμμετάσχει σε κομβικές διεθνείς επιτροπές για το όζον και την κλιματική αλλαγή (UNEP/WMO Assessments, International Ozone Commission, GEO, EASAC), πώς θεωρείτε ότι η ψηφιοποίηση μετασχηματίζει τις συλλογικές διαδικασίες παραγωγής, επαλήθευσης και διαπραγμάτευσης της επιστημονικής γνώσης;

Η εμπειρία μου στις διεθνείς επιστημονικές επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών, του WMO, του GEO (Group on Earth Observations) και άλλων οργανισμών, μου έχει δείξει ότι η ψηφιοποίηση αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο παράγεται, επαληθεύεται και διαπραγματεύεται η επιστημονική γνώση από την εποχή της δημιουργίας των πρώτων διεθνών ερευνητικών δικτύων.

Πρώτον, η ψηφιοποίηση έχει επιτρέψει τη συλλογική παραγωγή γνώσης σε πραγματικό χρόνο, μέσα από δίκτυα παρατήρησης που καλύπτουν ολόκληρο τον πλανήτη. Για παράδειγμα, η παρακολούθηση του όζοντος και των αερίων του θερμοκηπίου στηρίζεται πλέον σε ένα παγκόσμιο σύστημα καταγραφής, το οποίο ενσωματώνει δεδομένα από δορυφόρους και επίγειους σταθμούς. Η δυνατότητα αυτή, αδιανόητη πριν από λίγες δεκαετίες, επιτρέπει στους επιστήμονες να αξιολογούν γρήγορα τις αλλαγές και να ενημερώνουν άμεσα τις πολιτικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Δεύτερον, η ψηφιοποίηση έχει αλλάξει ριζικά τη διαδικασία επαλήθευσης της επιστημονικής γνώσης. Η ανοιχτή πρόσβαση σε δεδομένα, κώδικα και μεθοδολογίες καθιστά τη διαφάνεια υποχρεωτικό στοιχείο της επιστήμης. Η δυνατότητα αναπαραγωγής αποτελεσμάτων, καθώς και η σύγκριση ανεξάρτητων μοντέλων και παρατηρήσεων, ενισχύει την αξιοπιστία των συμπερασμάτων και λειτουργεί ως αντίβαρο στις τάσεις παραπληροφόρησης.

Τρίτον, η ψηφιακή τεχνολογία έχει μετασχηματίσει τις διαπραγματεύσεις που οδηγούν σε διεθνείς συμφωνίες. Στις επιτροπές του UNEP/WMO, η πρόσβαση σε κοινές βάσεις δεδομένων και προβολές μελλοντικών σεναρίων επιτρέπει στους εκπροσώπους της επιστήμης, της πολιτικής και της οικονομίας να συζητούν στη βάση κοινών τεκμηριωμένων στοιχείων. Αυτό μειώνει το περιθώριο για αυθαίρετες ερμηνείες και, όπως έδειξε το παράδειγμα του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ, καθιστά εφικτές συμφωνίες που κάποτε θεωρούνταν πέρα από τις δυνατότητες της διεθνούς πολιτικής.

Τέλος, η ψηφιοποίηση έχει επιτρέψει την προσβασιμότητα και τη δημοκρατικοποίηση της γνώσης. Η επιστήμη δεν είναι πλέον κτήμα μόνο λίγων ερευνητικών κέντρων· φοιτητές, πολίτες και φορείς χάραξης πολιτικής μπορούν να παρακολουθούν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και να συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση. Αυτή η εξέλιξη ενισχύει την κοινωνική εμπιστοσύνη, κάτι απολύτως αναγκαίο σε μια εποχή όπου η παγκόσμια συνεργασία αποτελεί προϋπόθεση για κάθε ουσιαστική πρόοδο.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν είναι απλώς τεχνολογική αλλαγή, είναι αλλαγή κουλτούρας. Και όπως απέδειξε η παγκόσμια επιτυχία της προστασίας του στρώματος του όζοντος, όταν η επιστήμη μιλά καθαρά και η διεθνής πολιτική συνεργάζεται στη βάση κοινών δεδομένων, η ανθρωπότητα έχει τη δυνατότητα να πετύχει εξαιρετικά αποτελέσματα.

Το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ συχνά προβάλλεται ως πρότυπο αποτελεσματικής σύζευξης επιστήμης, πολιτικής και διεθνούς συνεργασίας. Ποια στοιχεία αυτής της ιστορικής εμπειρίας θεωρείτε ότι παραμένουν κανονιστικά γόνιμα για τις σημερινές κλιματικές πολιτικές;

Το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό παράδειγμα όπου η επιστήμη, η πολιτική και η διεθνής συνεργασία συναντήθηκαν με τρόπο παραγωγικό, ταχύ και αποτελεσματικό. Είναι ίσως η σημαντικότερη απόδειξη ότι, όταν η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει μια παγκόσμια απειλή με βάση κοινά δεδομένα και κοινή βούληση, μπορεί να επιτύχει αποτελέσματα που ξεπερνούν τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Από την εμπειρία αυτή, προκύπτουν ορισμένα στοιχεία τα οποία παραμένουν εξαιρετικά γόνιμα για τις σύγχρονες κλιματικές πολιτικές.

Πρώτον, το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ βασίστηκε σε αδιαπραγμάτευτη επιστημονική τεκμηρίωση. Οι αποφάσεις των κρατών δεν στηρίχθηκαν σε πολιτικές σκοπιμότητες ή οικονομικούς υπολογισμούς βραχυπρόθεσμου ορίζοντα, αλλά σε σαφείς επιστημονικές ενδείξεις για τις αιτίες και τις συνέπειες της καταστροφής του όζοντος. Αυτό το πρότυπο προσφέρει ένα κανονιστικό μάθημα: πολιτική χωρίς επιστημονική βάση οδηγεί σε αστοχίες, ενώ πολιτική που στηρίζεται στη γνώση μπορεί να παράγει αποτελεσματικές λύσεις.

Δεύτερον, η επιτυχία του Πρωτοκόλλου οφείλεται στην αρχή της ευελιξίας και προσαρμοστικότητας. Η συμφωνία ενισχύθηκε και αναθεωρήθηκε επανειλημμένως -από το Λονδίνο έως το Κιότο και το Κιγκάλι- καθώς η επιστημονική κατανόηση και οι τεχνολογικές δυνατότητες εξελίσσονταν. Αυτό δείχνει ότι οι διεθνείς συμφωνίες πρέπει να είναι ζωντανά κείμενα, ικανά να προσαρμόζονται σε νέα δεδομένα. Το ίδιο επιβάλλεται και για την κλιματική αλλαγή, όπου ο χρόνος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα.

Τρίτον, το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ εισήγαγε μηχανισμούς δίκαιης μετάβασης. Οι αναπτυσσόμενες χώρες έλαβαν χρόνο και στήριξη για να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες, γεγονός που εξασφάλισε οικουμενική συμμετοχή. Στη σημερινή συγκυρία, όπου η κλιματική κρίση απαιτεί παγκόσμια δράση, η αρχή της κοινής αλλά διαφοροποιημένης ευθύνης παραμένει θεμέλιο δικαιοσύνης και αποτελεσματικότητας.

Τέταρτον, η επιτυχία στηρίζεται και σε κάτι συχνά παραγνωρισμένο: την καλλιέργεια της εμπιστοσύνης. Η σταθερή συνεργασία επιστημόνων, πολιτικών και κοινωνικών φορέων δημιούργησε μια κοινή συνείδηση ότι το πρόβλημα ήταν υπαρκτό, το μέλλον διακυβευόταν και η λύση ήταν εφικτή. Η εμπιστοσύνη αυτή είναι σήμερα απαραίτητη για να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος της ταχείας κλιματικής αποσταθεροποίησης, ο οποίος διαφορετικά μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική αδράνεια και κυνισμό.

Τέλος, το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ μας υπενθυμίζει ότι οι συλλογικές κρίσεις απαιτούν συλλογικές λύσεις. Η ανθρωπότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή μεμονωμένα. Χρειάζεται το ίδιο πνεύμα παγκόσμιας συνεργασίας, η ίδια δέσμευση στην επιστήμη και η ίδια αποφασιστικότητα που έδωσε στον πλανήτη την ελπίδα της ανάκτησης του στρώματος του όζοντος.

Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη κληρονομιά του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ είναι ότι απέδειξε κάτι που συχνά ξεχνάμε: η διεθνής συνεργασία μπορεί να πετύχει, και μάλιστα μέσα σε στενά χρονικά περιθώρια, όταν η επιστήμη αποτελεί τον κοινό ορίζοντα.

Πώς αξιολογείτε, βάσει της μακράς εμπειρίας σας σε ελληνικούς και διεθνείς θεσμούς, τις σύγχρονες μορφές διαμεσολάβησης μεταξύ επιστημονικής γνώσης και πολιτικής λήψης αποφάσεων; Ποιοι θεσμικοί μηχανισμοί θα μπορούσαν να ενισχύσουν αυτή τη σχέση;

Η συστηματική διαμεσολάβηση μεταξύ επιστημονικής γνώσης και πολιτικής λήψης αποφάσεων αποτελεί σήμερα κεντρικό παράγοντα για την επιβίωση και την ευημερία των κοινωνιών. Στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, μέσα από τη συμμετοχή μου σε διεθνείς θεσμούς όπως ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός, η UNESCO και η Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή, αλλά και μέσα από την εμπειρία μου σε εθνικούς οργανισμούς, έχει καταστεί σαφές ότι οι κοινωνίες που ενσωματώνουν την επιστημονική γνώση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι εκείνες που προχωρούν με μεγαλύτερη ασφάλεια, ανθεκτικότητα και προοπτική.

Το παράδειγμα της κλιματικής κρίσης είναι χαρακτηριστικό: οι επιστήμονες είχαν προειδοποιήσει εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια ότι η επιβάρυνση της ατμόσφαιρας με αέρια του θερμοκηπίου θα οδηγούσε σε δραματικές αλλαγές στο κλίμα. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική και οικονομική ανταπόκριση παγκοσμίως υπήρξε αργή και συχνά δεν αντιστοιχούσε με το μέγεθος  του κινδύνου. Τα φαινόμενα που βιώνουμε σήμερα -ακραίες θερμοκρασίες, εκτεταμένες πυρκαγιές, πλημμύρες, υποχώρηση των παγετώνων και αύξηση της στάθμης της θάλασσας- επιβεβαιώνουν ότι η καθυστέρηση στην αξιοποίηση της επιστήμης είχε και έχει τεράστιο κοινωνικό κόστος.

Παρά τις δυσκολίες, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες. Πολλές κυβερνήσεις καταλαβαίνουν πλέον ότι χωρίς επιστημονικά δεδομένα δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, χρειάζεται ακόμη πιο ισχυρό και σταθερό θεσμικό πλαίσιο.

Θα μπορούσαν για παράδειγμα να προταθεί η ενίσχυση ορισμένων βασικών μηχανισμών:

  • Σταθερές, ανεξάρτητες και πολυεπιστημονικές επιτροπές ειδικών, που θα λειτουργούν μόνιμα και όχι μόνο όταν προκύπτουν προβλήματα.
  • Υποχρέωση οι πολιτικές αποφάσεις να βασίζονται σε τεκμηριωμένες επιστημονικές εισηγήσεις, με πλήρη διαφάνεια και δημόσιο έλεγχο.
  • Εθνικά συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και διαχείρισης κινδύνων, που θα αξιοποιούν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο από ερευνητικά κέντρα και υπηρεσίες της Πολιτείας.
  • Ενίσχυση της κατανόησης της επιστήμης από το κοινό και εκπαίδευση των νέων, γιατί χωρίς ενημερωμένη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πολιτική βούληση.
  • Στενότερη διεθνής συνεργασία, αφού τα μεγάλα προβλήματα -όπως η κλιματική αποσταθεροποίηση- δεν περιορίζονται από σύνορα.

Με άλλα λόγια, η επιστήμη πρέπει να αποτελεί σταθερό πυλώνα χάραξης πολιτικής. Δεν είναι πολυτέλεια ούτε διακόσμηση των αποφάσεων· είναι ο μόνος δρόμος που εγγυάται μέλλον με ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές. Συνεπώς, η ενίσχυση των θεσμών που γεφυρώνουν την επιστήμη και την πολιτική είναι επιτακτική και ιστορικά αναγκαία.

Η αποδοτικότητα των κλιματικών μηνυμάτων διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Με βάση τη διεθνή σας εμπειρία, ποιες πολιτισμικές ή κοινωνικές μεταβλητές θεωρείτε ότι καθορίζουν τη γόνιμη πρόσληψη της κλιματικής πληροφορίας και πώς μπορούν να ενσωματωθούν σε στρατηγικές επικοινωνίας που σέβονται τις τοπικές ιδιαιτερότητες;

Η αποτελεσματικότητα των κλιματικών μηνυμάτων διαφέρει πολύ από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το κοινωνικό και πολιτισμικό τους υπόβαθρο. Από τη συμμετοχή μου σε διεθνείς επιτροπές, έχει γίνει ξεκάθαρο ότι η επιστημονική γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Για να γίνει κατανοητή, να γίνει αποδεκτή και τελικά να εφαρμοστεί, πρέπει να συνδέεται με τις αξίες, τις ανάγκες και τις εμπειρίες της κάθε κοινωνίας. Με άλλα λόγια, χρειάζεται κοινωνικό νόημα και πολιτισμική ευαισθησία, ώστε η επιστήμη να μπορεί πραγματικά να οδηγήσει σε πράξη.

Για να ενσωματωθούν αυτές οι παράμετροι σε στρατηγικές επικοινωνίας που σέβονται τις τοπικές ιδιαιτερότητες, απαιτούνται:

  • Κλιματικά μηνύματα που ταιριάζουν σε κάθε περιοχή, που συνδέουν την επιστήμη με την καθημερινή ζωή (με την υγεία, την οικονομία και τις τοπικές δραστηριότητες).
  • Συμμετοχική επικοινωνία, όπου οι τοπικές κοινότητες δεν απλώς ενημερώνονται, αλλά συμμετέχουν στη διαμόρφωση των μηνυμάτων.
  • Ενεργοποίηση των τοπικών ανθρώπων που εμπιστεύεται η κοινωνία (εκπαιδευτικών, επιστημόνων, δημάρχων, ανθρώπων του πολιτισμού).
  • Εκπαίδευση από μικρή ηλικία, ώστε να διαμορφωθεί μια νέα σχέση των πολιτών με το περιβάλλον.

Η επικοινωνία της κλιματικής επιστήμης δεν είναι θέμα επιβολής, αλλά θέμα εμπιστοσύνης. Για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να σέβεται τις πολιτισμικές ταυτότητες των κοινωνιών και να δείχνει ότι το μέλλον δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα, αλλά το κοινό μας σπίτι.

Με την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των ψηφιακών «κλιματικών διδύμων» , ποιες αλλαγές προβλέπετε στη μεθοδολογία της κλιματικής έρευνας; Πώς θεωρείτε ότι θα μεταβληθεί η προβλεπτική ισχύς των μοντέλων σε παγκόσμιο επίπεδο;

Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και η εμφάνιση των ψηφιακών «κλιματικών διδύμων» (climate digital twins) συνιστούν μια πραγματική επανάσταση στη μεθοδολογία της κλιματικής έρευνας. Για πρώτη φορά έχουμε τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε τη λειτουργία του κλιματικού συστήματος όχι μόνο μέσω κλασικών φυσικών μοντέλων, αλλά και μέσω υβριδικών προσεγγίσεων που ενσωματώνουν τεράστιους όγκους δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, από δορυφορικές παρατηρήσεις, επίγειους σταθμούς, ωκεανογραφικά δίκτυα και επιχειρησιακές υπηρεσίες πρόγνωσης.

Τα κλιματικά δίδυμα αποτελούν πλέον εργαστήρια προσομοίωσης, στα οποία μπορούμε να δοκιμάσουμε πολιτικές, να προβλέψουμε καταστάσεις ακραίων κινδύνων και να αξιολογήσουμε σενάρια με πρωτοφανή ακρίβεια. Με αυτή τη μετάβαση, η μεθοδολογία της έρευνας απομακρύνεται από τη στατική ανάλυση και κατευθύνεται στην δυναμική, διαδραστική και επιχειρησιακή κλιματική μοντελοποίηση.

Οι πιο σημαντικές αλλαγές που αναμένονται είναι οι εξής:

  1. Ενοποίηση μοντέλων και δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, που θα επιτρέψει συνεχή ενημέρωση των προσομοιώσεων και όχι αποκλειστικά περιοδικές αναθεωρήσεις.
  2. Σημαντική αύξηση της χωρικής και χρονικής ανάλυσης, επιτρέποντας προβλέψεις σε επίπεδο πόλης ή ακόμη και γειτονιάς.
  3. Εφαρμογή τεχνικών μηχανικής μάθησης για τη βελτίωση παραμέτρων που παραδοσιακά αποτελούσαν πηγή αβεβαιότητας στα μοντέλα, όπως ο κύκλος ζωής των νεφών, οι αλληλεπιδράσεις εδάφους–ατμόσφαιρας-ωκεανού και οι μικροφυσικές διεργασίες των αερολυμάτων.
  4. Μετατόπιση της έρευνας σε δείκτες που συνδέουν το κλίμα με την υγεία, τη γεωργία, την ενέργεια και τις φυσικές καταστροφές.

Ως αποτέλεσμα, η προβλεπτική ισχύς των κλιματικών μοντέλων σε παγκόσμιο επίπεδο αναμένεται να ενισχυθεί σημαντικά. Δεν θα εξαλειφθούν οι αβεβαιότητες -κάτι αδύνατο σε ένα χαοτικό σύστημα όπως το κλίμα- αλλά η ικανότητά μας να προβλέπουμε ακραία γεγονότα και να υποστηρίζουμε την επιχειρησιακή λήψη αποφάσεων θα βελτιωθεί θεαματικά.

Το στοίχημα για τις επόμενες δεκαετίες δεν είναι μόνο η τεχνολογική εξέλιξη, αλλά και η αξιόπιστη, υπεύθυνη και ισότιμη χρήση αυτών των εργαλείων υπέρ της κοινωνίας και της προστασίας του πλανήτη. Χρειαζόμαστε επιστήμη ισχυρή, τεκμηριωμένη και ανοικτή σε όλους, γιατί το μέλλον του κλίματος είναι το μέλλον όλων μας.

Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου συγκλίνουν περιβαλλοντικές, γεωπολιτικές και πληροφοριακές κρίσεις, πώς εκτιμάτε ότι δοκιμάζεται η ανθεκτικότητα των θεσμών που παράγουν και αξιολογούν την κλιματική γνώση; Ποιες προϋποθέσεις είναι κρίσιμες για τη διατήρηση της επιστημονικής ανεξαρτησίας;

Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, όπου περιβαλλοντικές, γεωπολιτικές και πληροφοριακές κρίσεις συνδέονται μεταξύ τους, η ανθεκτικότητα των θεσμών που παράγουν και ελέγχουν την κλιματική γνώση δοκιμάζεται όσο ποτέ. Η κλιματική επιστήμη δεν λειτουργεί απομονωμένα. Βρίσκεται στο επίκεντρο παγκόσμιων ανταγωνισμών, οικονομικών συμφερόντων και κοινωνικών πιέσεων. Γι’ αυτό χρειάζεται ιδιαίτερη προστασία και συνεχής προσοχή.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει ότι η αξιοπιστία της επιστημονικής πληροφόρησης μπορεί εύκολα να υπονομευθεί από οργανωμένες καμπάνιες παραπληροφόρησης, από φαινόμενα πολιτικής πόλωσης και από την ταχύτητα διάδοσης ανακριβειών στα ψηφιακά μέσα. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν τη διακρατική συνεργασία σε θέματα έρευνας, ενώ οι περιβαλλοντικές κρίσεις -όπως παρατεταμένοι καύσωνες, καταστροφικές πλημμύρες και εκτεταμένες πυρκαγιές- δημιουργούν πίεση για αποφάσεις άμεσης απόκρισης, συχνά χωρίς τον απαραίτητο χρόνο επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η ανθεκτικότητα των θεσμών της κλιματικής επιστήμης εξαρτάται από κρίσιμες προϋποθέσεις:

  • Θεσμική εγγύηση επιστημονικής ανεξαρτησίας. Οι φορείς που παράγουν κλιματική γνώση πρέπει να παραμένουν προστατευμένοι από πολιτικές και οικονομικές πιέσεις.
  • Διαφάνεια στα δεδομένα και στις διαδικασίες αξιολόγησης. Η ανοικτή πρόσβαση σε δεδομένα και μεθοδολογίες ενισχύει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας και μειώνει το περιθώριο χειραγώγησης.
  • Διακρατική συνεργασία. Τα παγκόσμια προβλήματα απαιτούν παγκόσμιες δομές συνεργασίας, όπως ο WMO, το IPCC και μεγάλα επιστημονικά δίκτυα.
  • Επένδυση στην επιστημονική παιδεία και στον αγώνα ενάντια στην παραπληροφόρηση.
  • Ανθεκτικά χρηματοδοτικά σχήματα, ανεξάρτητα από πολιτικούς κύκλους και διεθνείς αναταράξεις.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι η επιστημονική γνώση αποτελεί δημόσιο αγαθό. Η υπονόμευσή της -είτε μέσω πολιτικής παρεμβατικότητας είτε μέσω παραπληροφόρησης- δεν πλήττει τους επιστήμονες, αλλά τις κοινωνίες που στερούνται των εργαλείων για να προστατεύσουν το μέλλον τους.

Η διατήρηση της επιστημονικής ανεξαρτησίας και αξιοπιστίας είναι θεμέλιο της δημοκρατίας και πυλώνας της βιώσιμης ανάπτυξης. Αν θέλουμε οι θεσμοί μας να σταθούν όρθιοι μπροστά στις κρίσεις που έρχονται, πρέπει να προστατεύσουμε την αλήθεια, τη διαφάνεια και την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας.

Ο Χρήστος Ζερεφός είναι Επόπτης του Κέντρου Ερεύνης Φυσικής της Ατμοσφαίρας και Κλιματολογίας της Ακαδημίας Αθηνών και Εθνικός Εκπρόσωπος για την Κλιματική Αλλαγή. Έχει διατελέσει καθηγητής σε κορυφαία πανεπιστήμια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ έχει τιμηθεί ως Επίτιμος Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Επίσης είναι Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών, του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και του Αμερικανικού Κολεγίου ANATOLIA. Είναι Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Academia Europaea, της Νορβηγικής Ακαδημίας, της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών, της Ρωσικής Ακαδημίας Φυσικών Επιστημών και πολλών άλλων Ακαδημιών και επιστημονικών Ιδρυμάτων. Έχει επιβλέψει 55 μεταπτυχιακές διπλωματικές εργασίες και περισσότερες από 30 διδακτορικές διατριβές. Έχει ιδρύσει οκτώ σημαντικά ερευνητικά και εκπαιδευτικά κέντρα και έχει δημοσιεύσει πάνω από 300 επιστημονικές εργασίες, συμβάλλοντας διεθνώς στην κατανόηση των μηχανισμών που καθορίζουν τις μεταβολές του όζοντος, της υπεριώδους ακτινοβολίας και την αλληλεπίδρασης κλίματος και ατμόσφαιρας. Έχει συντονίσει ή συμμετάσχει σε περισσότερα από 60 ερευνητικά προγράμματα υψηλού κύρους, κυρίως με διεθνή χρηματοδότηση, συνεργαζόμενος με κορυφαίους επιστήμονες παγκοσμίως. Έχει τιμηθεί με κορυφαίες διακρίσεις, όπως το Παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το Παράσημο του Ταξιάρχη του Ακαδημαϊκού Φοίνικα από τη Γαλλική Κυβέρνηση. Έχει βραβευθεί με το Παγκόσμιο Βραβείο Όζοντος, την ανώτερη διεθνή διάκριση στον τομέα του όζοντος, από το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος του ΟΗΕ και έχει λάβει πολλαπλές Εύφημες Μνείες από το ίδιο Πρόγραμμα. Έχει επίσης βραβευθεί από την Αμερικανική Γεωφυσική Ένωση και την Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) για τη συμμετοχή του στις εκθέσεις έως το 2007. Είναι Πρόεδρος του Δ.Σ. του Διεθνούς Κοινού των Ακαδημιών. Διετέλεσε Πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής Όζοντος, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και Γενικός Γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι Συντονιστής της Επιτροπής Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) της Τραπέζης της Ελλάδος. 

Αντώνης Μάριος ΠαΠαγιώτης

Αντώνης Μάριος ΠαΠαγιώτης

Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Διασχίζοντας ετερόκλητα ακαδημαϊκά πεδία που φαίνεται να συσχετίζονται, τελικά, με μια αόρατη πετρόλ κλωστή, συγκλίνω επίπονα στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία μου στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η εξειδίκευση στο πολιτικό και ψηφιακό μάρκετινγκ παραμένει σταθερά ενεργή. Τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα εστιάζουν, με αυξανόμενη ένταση, στις ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις των τεχνολογικά μεσολαβούμενων αλληλεπιδράσεων.

Ακολουθήστε μας

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις