The Lens Of  Cyberpsychology

Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη στο Cyberscope: Η γλώσσα, τα ΜΜΕ και η πρόκληση της ψηφιακής επικοινωνίας

Η Καθηγήτρια Γλωσσολογίας και Κοσμήτωρ της Σχολής Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Νικολέττα Δ. Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, συνομιλεί με τον Αντώνη Μάριο ΠαΠαγιώτη για το Cyberscope. Με αφετηρία τη διαχρονική σχέση της γλώσσας με την εξουσία και την πολιτική, θίγει κρίσιμα ζητήματα της σύγχρονης επικοινωνίας, από τη γλωσσική απλοποίηση έως την επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης και τον ρόλο της γλωσσολογίας στην ενίσχυση της δημοκρατίας και της ψηφιακής παιδείας.

(Το πλήρες βιογραφικό της Ν. Τσιτσανούδη-Μαλλίδη
παρατίθεται στο τέλος της συνέντευξης)

Η γλώσσα των ΜΜΕ έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές με την άνοδο του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων. Πώς επηρεάζει η ψηφιακή επικοινωνία τη διαμόρφωση των γλωσσικών κωδίκων που χρησιμοποιούνται στα μέσα ενημέρωσης, και ποιοι είναι οι κίνδυνοι από τη διαρκή απλοποίηση και αποσπασματικότητα του λόγου;

Η ψηφιακή επικοινωνία, και κάθε είδους επικοινωνία σαφώς και επηρεάζει το γλωσσικό ρεπερτόριο των ομιλητών και τα διάφορα είδη κοινωνικού λόγου. Η γλώσσα είναι εξαιρετικά ευαίσθητος δέκτης, αφομοιωτής και δημιουργός. Δομεί, γκρεμίζει και αναδομεί πραγματικότητες, στάσεις, αντιλήψεις, συμπεριφορές. Η γλώσσα είναι πολιτισμός. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κοινωνία και την κοινότητα. Ως προς την απλοποίηση του λόγου, είναι ένα φαινόμενο που συναρτάται με πολλούς παράγοντες. Από την ταχύτητα που διέπει την επικοινωνία και τις εκάστοτε επικοινωνιακές περιστάσεις μέχρι τη λεξιπενία, οι λόγοι μπορεί να ποικίλουν ανάλογα το κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και τελικά πολιτισμικό περιβάλλον. Και, πιθανόν, η διαρκής απλοποίηση να μη διευκολύνει πάντοτε τη βαθύτερη κατανόηση του άλλου, την κατά το δυνατόν ολοκληρωμένη μετάδοση ενός μηνύματος, τις ερμηνείες του και την επικοινωνία ευρύτερα.

Στο βιβλίο σας «Η γλώσσα της εξουσίας», αναλύετε πώς οι πολιτικές και οικονομικές κρίσεις διαμορφώνουν τον δημόσιο λόγο. Στη σημερινή συγκυρία, όπου η αβεβαιότητα και οι γεωπολιτικές εντάσεις παραμένουν έντονες, θεωρείτε ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ και οι πολιτικοί φορείς επιτείνει την κοινωνική πόλωση ή λειτουργεί ως μέσο εκτόνωσης και κατανόησης των γεγονότων;

Δεν υπάρχει μία απάντηση σε ένα τέτοιο κρίσιμο ερώτημα. Συχνά η γλώσσα επιστρατεύεται για να υπηρετήσει συγκεκριμένες βλέψεις, έχω γράψει χαρακτηριστικά ότι η γλώσσα μπορεί να χειραγωγείται. Στην περίπτωση της πανδημίας για παράδειγμα, παρατηρήσαμε έναν λόγο διαιρετικό, λόγο του κατακερματισμού, που ουσιαστικά απεικόνιζε τις κοινωνικές αντιθέσεις και ανισότητες. Η πόλωση στο κοινωνικό επίπεδο αναπαριστάνεται και στο γλωσσικό επίπεδο. Οι διαιρέσεις μέσα στην κοινότητα απεικονίζονται και γλωσσικά.

Η εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην παραγωγή περιεχομένου, από τη σύνταξη άρθρων έως τη δημιουργία δημοσιογραφικών αναφορών, έχει ανοίξει νέες προοπτικές αλλά και προκλήσεις για τη γλώσσα και την επικοινωνία. Πώς αξιολογείτε τον ρόλο της ΤΝ στη διαμόρφωση του γλωσσικού ύφους της ειδησεογραφίας και ποια είναι τα όρια μεταξύ της αυτοματοποίησης της γλώσσας και της ανθρώπινης δημιουργικότητας στον δημοσιογραφικό λόγο;

Θεωρώ πως όλα εξαρτώνται από την γλωσσική και επικοινωνιακή επάρκεια του φυσικού ομιλητή. Ένας ομιλητής ή μία ομιλήτρια που έχει αποκτήσει και καλλιεργήσει γνώσεις και δεξιότητες που σχετίζονται με τον γραμματισμό, με την ανάγνωση και τη γραφή, τη δόμηση και την αποσυναρμολόγηση των μηνυμάτων, ένας δοκιμασμένος και ώριμος ομιλητής, βαθύς γνώστης των δυνάμεων που διέπουν τη γλώσσα, μπορεί να σταθεί με κριτική άποψη απέναντι στις αλλαγές ακόμη και στις πλέον θεαματικές. Όσο για τα όρια, αυτά τα θέματα βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό μελέτη, το ζητούμενο είναι η νηφαλιότητα με την οποία γίνεται η επιστημονική έρευνα, χωρίς τρομολαγνεία και πανικό.

Η διαδικτυακή επικοινωνία επηρεάζει τη διαμόρφωση γλωσσικών προτύπων, ιδιαίτερα στους νεότερους χρήστες, μέσω συντομογραφιών, εικονιδίων (emoji) και υβριδικών μορφών λόγου. Κατά πόσο αυτές οι αλλαγές αποτελούν φυσική εξέλιξη της γλώσσας ή απειλούν τη γλωσσική πολυμορφία και τη δομική συνοχή της ελληνικής γλώσσας;

Ακούγονται και διατυπώνονται πολλές και διαφορετικές απόψεις ως προς τις επιδράσεις. Η γλώσσα υπηρετεί την επικοινωνία και με βάση τις ανάγκες και τις απαιτήσεις κάθε εποχής, συγκλίνει, προσαρμόζεται, ενσωματώνει, αλλάζει. Η κινδυνολατρεία, για να συνδεθώ με την προηγούμενη απάντησή μου, δεν διευκολύνει στη θέαση και αξιολόγηση κάθε εξέλιξης που παρατηρείται. Φυσικά η συρρίκνωση του γλωσσικού ρεπερτορίου δεν βοηθά στην ανάπτυξη της επικοινωνίας. Το περιορισμένο λεξιλόγιο σημαίνει και περιορισμένη έκφραση, ανταλλαγή, αλληλεπίδραση. Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να λειτουργεί αυστηρά κανονιστικά ειδικά μάλιστα όταν η τεχνολογική εξέλιξη διέπεται από ασύλληπτα ταχείς ρυθμούς. 

Η χρήση ψηφιακών εργαλείων και η εξ αποστάσεως εκπαίδευση έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας. Ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις στη διατήρηση της γλωσσικής επάρκειας και της κριτικής σκέψης σε ένα περιβάλλον όπου η επικοινωνία βασίζεται όλο και περισσότερο σε γρήγορες, αποσπασματικές μορφές γραπτού λόγου;

Η βασική πρόκληση για έναν δάσκαλο είναι να συνεχίσει να διατηρεί το πείσμα και την αφοσίωσή του στη διδασκαλία της γλώσσας, ταυτόχρονα να μην αφήνεται να απορρυθμίζεται το έργο του, κάτω από ένα καθεστώς φόβου ή διάθεση για υποχώρηση. Αξιοποιούμε τα ψηφιακά εργαλεία, συνδέοντάς τα με διαχρονικές αξίες και αρχές, που συνδέονται με την ενίσχυση της μελέτης, την ενθάρρυνση της ανάγνωσης, την επιστροφή στο διάβασμα του βιβλίου… Κι όλα αυτά να οργανώνονται με όσο το δυνατόν πιο ελκυστικό τρόπο για τον μαθητή. Η ανθρωπολογία της διάσπασης είναι επίσης ένα θέμα που μας απασχολεί πολύ σοβαρά. Πώς δηλαδή ο δάσκαλος θα επικρατήσει σε ένα καθαρά ανταγωνιστικό περιβάλλον, με την τεχνολογία, την εικόνα και ειδικά τη γρήγορη εναλλαγή της εικόνας, να γίνονται αδυσώπητες και εθιστικές. Θέλει φαντασία, μεράκι, πείσμα, συνέπεια και αυτοπεποίθηση από την πλευρά του εκπαιδευτικού ότι είναι καταδικασμένος να είναι αισιόδοξος και ότι θα επικρατήσει σε αυτό το περιβάλλον.

Οι στρατηγικές διαμόρφωσης της κοινής γνώμης μέσω ψευδών ειδήσεων και συναισθηματικά φορτισμένης γλώσσας έχουν ενταθεί με τη χρήση ψηφιακών πλατφορμών. Υπάρχουν γλωσσικά χαρακτηριστικά που μπορούν να λειτουργήσουν ως δείκτες ανίχνευσης παραπληροφόρησης, και πώς μπορεί η γλωσσολογία να συμβάλει στην ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας του κοινού;

Χρειάζεται να στέκεται κανείς σε στοιχεία όπως η υπερβολή, ο αξιολογικός και πληθωρικός λόγος, η δραματοποίηση, ο πλεονασμός, τα κλισέ… Ο χειρισμός της γλώσσας με τρόπους που παγιδεύουν, εγκλωβίζουν ή και εξαπατούν τον αποδέκτη, μια γλώσσα που παράγει εκβιαστικά την αποδοχή των λεγομένων του ομιλητή, ανεξάρτητα από τα όσα υποστηρίζει, μπορεί να υπηρετείται μέσα από έναν λόγο υπερβολικό, πληθωρικό, έντονα αξιολογικό, ευφημιστικό, διχοτομικό και αυταπόδεικτο. Με την παρανόηση, την ακατανοησία και την φίμωση ή την καταστολή του αντιλόγου, ένας λόγος με αυτά τα χαρακτηριστικά, ασκεί ουσιαστικά  βία στον δέκτη.

Στο βιβλίο σας «Φοβογλώσσα» (Phoβoglossa), εξετάζετε πώς η γλώσσα μπορεί να διαμορφώνει την αντίληψη του κινδύνου και του φόβου στη δημόσια σφαίρα. Με δεδομένη την αυξημένη χρήση παραπλανητικών ή εντυπωσιοθηρικών τίτλων (clickbait) και δραματοποιημένων αφηγήσεων στις ψηφιακές ειδήσεις, ποιος είναι ο αντίκτυπος αυτής της ρητορικής στη συλλογική ψυχολογία των πολιτών και τη δημοκρατική διαβούλευση;

Όπως γράφουμε με τον Νικόλα Πρεβελάκη στο βιβλίο «Φοβογλώσσα», μολονότι ο 20ος αιώνας υπήρξε ο πλέον ασφαλής σε σύγκριση με τους προηγουμένους, εν τούτοις παγιώνεται μία αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω μας κλυδωνίζεται επικίνδυνα και βρίσκεται διαρκώς εκτεθειμένος σε απρόοπτες απειλές. «Η καλλιεργούμενη οπτική μιας επισφάλειας δείχνει να συνδέεται με το γεγονός ότι από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα η ατομική ασφάλεια έχει αναχθεί σε υπέρτατο αγαθό, στο όνομα του οποίου είμαστε διατεθειμένοι να στερηθούμε προσωρινά ή να απωλέσουμε θεμελιώδη αγαθά της ζωής, όπως είναι η φυσική εγγύτητα, η εργασία, ακόμα και η επαφή με τους οικείους μας».

Σε σχέση με τη γλωσσική χρήση, εφαρμόζονται κοινές πατέρνες που αφορούν στον ιδεολογικό εμποτισμό και στη χειραγώγηση, με την επισήμανση ότι η γλώσσα δεν χειραγωγεί απλώς, αλλά χειραγωγείται και η ίδια, όταν επιστρατεύεται με συγκεκριμένες βλέψεις από την πολιτικοοικονομική εξουσία, αλλά και την εξουσία των «ειδικών».

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, σε αυτό το βιβλίο στο οποίο αναφέρεστε, εισάγω ως νέο όρο τη φοβογλώσσα, για να καταδείξω την έντεχνη εκμετάλλευση των γλωσσικών μορφών, με στόχο την ταχεία και άκρως επηρεαστική επιβολή συγκεκριμένων στάσεων και συμπεριφορών στους λαούς, στο όνομα του αγαθού της ζωής. Η φοβογλώσσα χαρακτηρίζεται για την εξουσιαστική/αφαιρετική λειτουργία της, εκπέμπεται από τον πολιτισμικά και οικονομικά ανώτερο και απευθύνεται στον υποδεέστερο ο οποίος, αποδεχόμενός την, αυτόματα αναγνωρίζει τη θέση του ως κατώτερος, στο πλαίσιο μιας εισβολής όπου το ρεπερτόριο των απαντητικών του ρόλων είναι εξαιρετικά περιορισμένο.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση νέων μορφών δημόσιου λόγου, ενισχύοντας συχνά τη λαϊκιστική ρητορική και την απλούστευση πολιτικών αφηγήσεων. Πώς μπορεί η γλωσσολογία να συμβάλει στην κατανόηση αυτών των τάσεων και ποια στρατηγική θεωρείτε ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί για την ενίσχυση της κριτικής προσέγγισης στη γλώσσα του δημόσιου διαλόγου;

Η κριτική ανάλυση λόγου μπορεί να βοηθήσει πολύ εφόσον ασχολείται με είδη λόγου, τα οποία αποτελούν ισχυρό πεδίο προβολής ιδεολογικών ρόλων και αντιπαραθέσεων. Η γλώσσα μπορεί να γίνει όργανο εξουσίας και ελέγχου. Ένας ώριμος και επαρκής αναγνώστης αναγνωρίζει τις διάφορες επικοινωνιακές πρακτικές, αντιλαμβάνεται τους εκάστοτε στόχους ή τις ιδεολογίες που υπηρετεί το κάθε κείμενο, κατανοεί και τους κινδύνους που συνεπάγεται η αφομοίωση και η αναπαραγωγή τους. Ο Σωφρόνης Χατζησαββίδης, αναφερόμενος στην εξουσιαστική λειτουργία του λόγου, είχε μιλήσει εικοσιπέντε χρόνια πριν για το ότι ένας τέτοιος λόγος δύναται να αναγκάζει τον δέκτη σε σιωπή και υποταγή. Για αυτό ακριβώς, έχει ειπωθεί ότι δεν υπάρχουν αθώα κείμενα στη δημόσια σφαίρα. Κατά συνέπεια, διεκδικούμε αναγνώστες οι οποίοι να μπορούν να  αποσυναρμολογούν κριτικά τα κείμενα, να αναγνωρίζουν τις βλέψεις πίσω από αυτά. Και πέρα από αυτό, να έχουν την πεποίθηση ότι μπορούν να επιφέρουν αλλαγές στον περιβάλλοντα κόσμο, ξεκινώντας από τον μικρόκοσμό τους.

Η τεχνολογική εξέλιξη έχει οδηγήσει σε σημαντικές ανισότητες στη γλωσσική πρόσβαση, είτε λόγω περιορισμένης τεχνολογικής παιδείας είτε λόγω κυριαρχίας συγκεκριμένων γλωσσών στον ψηφιακό χώρο. Πώς μπορεί να διασφαλιστεί ότι η ψηφιακή επικοινωνία δεν θα εντείνει τον γλωσσικό αποκλεισμό και ποιος είναι ο ρόλος της γλωσσικής πολιτικής στην άμβλυνση αυτών των ανισοτήτων;

Σε όλα αυτά η απάντηση είναι: εκπαίδευση, εκπαίδευση, εκπαίδευση. Μόνον μέσω της κατάρτισης και της εκπαίδευσης καταφέρνουμε να μην στερείται ο δέκτης το δικαίωμα και της πρόσβασης και της παρέμβασης και κατά συνέπεια το δικαίωμα στην  ισότιμη επικοινωνία. Το ζητούμενο είναι να αποφευχθεί η εγκατάσταση της παθητικότητας και κυρίως ο αποκλεισμός από τη δημόσια συζήτηση.

Έχετε ασχοληθεί τόσο με τη γλωσσολογία όσο και με τη λογοτεχνική δημιουργία. Πώς αντιλαμβάνεστε τη σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και γλωσσικής εξέλιξης, και κατά πόσο η τεχνολογία διαμορφώνει τις σύγχρονες αφηγηματικές πρακτικές στη γραφή και τη δημιουργική έκφραση;

Η αλληλεπίδραση και η επιρροή του ενός χώρου στον άλλον είναι δεδομένη. «Συγκοινωνούντα δοχεία» ή καλύτερα «συγκοινωνούσες πηγές». Η τεχνολογία επιταχύνει διαρκώς και οι επιδράσεις είναι συνεχείς και πιθανόν και διαρκώς διαφοροποιούμενες. Αναφερόμαστε βέβαια κάθε φορά σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη, το κάθε ένα από τα οποία μπορεί να έχει τα δικά του χαρακτηριστικά. Στη βάση τους οι αφηγηματικές πρακτικές εδράζονται στη γλώσσα, η οποία ίσως και να ασθμαίνει να παρακολουθήσει τις τυραννικές ενίοτε ταχύτητες της τεχνολογίας. Ένα άλλο φαινόμενο αφορά στις αλλαγές εν μια νυκτί των σημασιών γνωστών και οικείων λέξεων. Από την άλλη,  εμφανίζονται νεολογισμοί, δηλαδή νεοεμφανιζόμενες λεξικές μονάδες ή  (προ)υπάρχουσες λεξικές μονάδες που αποκτούν νέα σημασία, οι οποίες σε αρκετές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας αναδεικνύονται ως εργαλεία αποδόμησης της εξουσίας ή έκφρασης (κατά)κριτικής από την πλευρά των πολιτών και ως απαντητικά οχήματα στην καταπίεση και στην δυνάστευση που (θεώρησαν ότι) υφίστανται τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα.

Σε σεμινάριο για τη συμπεριληπτική γλώσσα που διοργανώσατε στο παράρτημα του Harvard Center for Hellenic Studies στο Ναύπλιο, αναδείχθηκαν ζητήματα που αφορούν τη χρήση της γλώσσας ως μηχανισμού κοινωνικής ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού. Ποια είναι τα κύρια εμπόδια στην υιοθέτηση μιας πιο συμπεριληπτικής γλώσσας στον δημόσιο λόγο και πώς επηρεάζει η ψηφιακή επικοινωνία τη δυναμική αυτών των αλλαγών;

Κάθε αλλαγή ή βελτίωση χρειάζεται τον χρόνο της και κυρίως τη συγκατάθεση της κοινότητας των φυσικών ομιλητών. Όποιες κι αν είναι οι επιβολές, ή οι κανόνες που αφορούν στη γλώσσα, και άρα και στη συμπεριληπτική γλώσσα, χρειάζεται για να ισχύσουν και κυρίως να αντέξουν, να υιοθετηθούν από τους ίδιους τους ομιλητές και από το γλωσσικό τους αισθητήριο. Από την άλλη, είναι και θέμα πολιτικό, πόσο δηλαδή ευνοείται η συμπερίληψη στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Η ψηφιακή επικοινωνία προφανώς και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό, καθώς εξασφαλίζει διάδοση των αντιλήψεων και των ιδεών, αλλά και των γλωσσικών μορφών, με αστραπιαίες ταχύτητες και προς μεγάλα ακροατήρια.

Έχοντας πολυετή εμπειρία στην πολιτική δημοσιογραφία μέσω εκπομπών σε τηλεοπτικό δίκτυο περιφερειακής εμβέλειας, αλλά και στα έντυπα μέσα, έχετε βιώσει τη σταδιακή μετάβαση της πολιτικής επικοινωνίας στο ψηφιακό περιβάλλον. Ποιες διαφορές εντοπίζετε στην πρόσληψη της πολιτικής ενημέρωσης από το κοινό, καθώς τα παραδοσιακά μέσα συνυπάρχουν με τις ψηφιακές πλατφόρμες, οι οποίες ακολουθούν διαφορετικά πρότυπα διαμόρφωσης και διάδοσης του περιεχομένου;

Συνομιλώντας με τους φοιτητές και τις φοιτήτριές μου, μου λένε ότι προτιμούν να ενημερώνονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όχι από τις έντυπες λόγου χάρη εφημερίδες, ή ακόμη και από τις ενημερωτικές ιστοσελίδες. Η μετάβαση από τα παραδοσιακά ή συμβατικά μέσα ενημέρωσης (εφημερίδα, ραδιόφωνο, τηλεόραση) σε πιο μοντέρνα, εναλλακτικά και συμμετοχικά, όπως είναι οι ιστοσελίδες και τα blogs, έχει διάφορες μορφές και στάδια. Το σίγουρο είναι ότι βιώνουμε μία δίνη διαρκών αλλαγών, που έχουν ως αποτέλεσμα να σείονται οι παλιές «κανονικότητες» και ταυτόχρονα να αναζητούμε το νόημα και τη σημασία της «κανονικότητας» που τείνει να γίνει η αιώρηση στις διαρκείς μεταβολές και στη ρευστότητα. Άρα εδώ, αναζητά κανείς στοιχεία κατάκτησης μιας ανθεκτικότητας και κυρίως μίας ψυχραιμίας, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει κατά το δυνατόν νηφάλια όλα αυτά τα διαρκώς εξελισσόμενα «δεδομένα». Προσωπικά δεν θα μιλούσα πλέον για δεδομένα, αλλά για «διδόμενα» που ανανεώνονται χωρίς παύση.

Η πρόοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης επιτρέπει πλέον τη συγγραφή ολόκληρων βιβλίων, ακαδημαϊκών συγγραμμάτων και δημοσιογραφικών άρθρων χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Πώς θεωρείτε ότι αυτή η εξέλιξη επηρεάζει την έννοια της αυθεντικότητας και της δημιουργικότητας στο γραπτό λόγο; Μπορεί η ΤΝ να αναπαράγει τη βαθύτερη νοηματοδότηση και αισθητική της ανθρώπινης γραφής ή αποτελεί απλώς ένα εργαλείο αναπαραγωγής υφιστάμενων δομών λόγου;

Πρόκειται για έναν πολύτιμο βοηθό, αλλά θα μου επιτρέψετε να απαντήσω με συναίσθημα στην τελευταία σας ερώτηση. Αντιμετωπίζω μάλλον με μια δόση μελαγχολίας τη ραγδαιότητα αυτών των εξαιρετικών δυνατοτήτων και διευκολύνσεων, νοσταλγώντας την εποχή που για παράδειγμα ένας υποψήφιος διδάκτορας αφιέρωνε τρία και περισσότερα χρόνια από τη ζωή του για να μελετήσει, να κάνει τη βιβλιογραφική επισκόπηση, να μαζέψει ερευνητικά δεδομένα, να κάνει ανάλυση και να συζητήσει για αυτά, να γράψει τα συμπεράσματά του. Να συναντηθεί με ανθρώπους και να δουλέψει μαζί τους. Να βρει το φως στο λαγούμι, σκάβοντας δεξιά αριστερά, όπως έγραφε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Κι αναρωτιέμαι, ποια θα μπορεί να είναι στο μέλλον η χαρά της έρευνας από τον άνθρωπο, όταν όλα αυτά θα υπερπαρέχονται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στην οθόνη του…

Η Νικολέττα Δ. Τσιτσανουδή-Μαλλίδη είναι Καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και Κοσμήτωρ της Σχολής Επιστημών Αγωγής. Είναι διδάκτωρ Κοινωνιογλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με γνωστικό αντικείμενο τη Νεοελληνική γλώσσα και τον δημοσιογραφικό λόγο.
Διδάσκει, μεταξύ άλλων, το μάθημα «Ελληνική Γλώσσα και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας» και έχει θεμελιώσει τον θεσμό του Διεθνούς Θερινού Πανεπιστημίου «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ», του οποίου είναι ιδρύτρια και επιστημονική υπεύθυνη. Παράλληλα, είναι υπεύθυνη της Μονάδας «Ελληνική Γλώσσα, Πολιτισμός και ΜΜΕ» του Εργαστηρίου Μελέτης Κοινωνικών Θεμάτων, Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Εκπαίδευσης του ΠΤΝ.
Η ερευνητική και εκπαιδευτική της δραστηριότητα συνδυάζει τη γλωσσολογία με τη μελέτη των Μέσων, της εκπαίδευσης και της δημόσιας σφαίρας. Διετέλεσε επί τρία χρόνια Associate in Linguistics στο Center for Hellenic Studies του Πανεπιστημίου Harvard, καθώς και μέλος της Διεπιστημονικής Συμβουλευτικής Επιτροπής του ίδιου Κέντρου στο Ναύπλιο. Έχει διδάξει στο Harvard Olympia Program ως προσκεκλημένη καθηγήτρια.
Έχει συγγράψει και επιμεληθεί πληθώρα επιστημονικών και λογοτεχνικών έργων. Ανάμεσά τους:
   -Η λαϊκή γλώσσα των ειδήσεων – Μια στάση απατηλής οικειότητας (Εμπειρία Εκδοτική)
   -Το θέμα και το θύμα – Γλώσσα, Εκπαίδευση και Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (Εμπειρία Εκδοτική)
    -Ματαιοδοξίες (εκδ. Λιβάνη)
    -Λάθος για τρεις (εκδ. Εμπειρία Εκδοτική)
Είναι συγγραφέας ή/και επιμελήτρια 20 βιβλίων, μέρος των οποίων χρησιμοποιούνται επίσης ως πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το δίγλωσσο βιβλίο της Φοβογλώσσα  (με Ν. Πρεβελάκη) εντάχθηκε ως σύγγραμμα σε μάθημα στο Boston University και Macquarie University.
Έλαβε το βραβείο «Διακεκριμένης Ερευνήτριας και Κριτή» από το Untested Ideas Research Center. 
Επιπλέον, οργάνωσε και διηύθυνε τα προγράμματα επιμόρφωσης στελεχών της ΕΡΤ καθώς και της Μονάδας του  Εργαστηρίου Μελέτης Κοινωνικών Θεμάτων, ΜΜΕ και Εκπαίδευσης. Η μονογραφία της Greek Media Discourse from the reconstitution of democracy to the Memorandums of Understanding εκδόθηκε από τις Hellenic Studies Monograph Series του CHS του Harvard και διανέμεται από το Harvard University Press.
Έχει σημαντική παρουσία στον ελληνικό Τύπο και στα ΜΜΕ, ως αρθρογράφος και δημοσιογράφος. Σήμερα αρθρογραφεί περιστασιακά στην Athens Voice, στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο CNN Greece, αλλά και σε ομογενειακά μέσα. Στο παρελθόν διετέλεσε επίσης μέλος της διοίκησης της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων.
Συμμετέχει ως εισηγήτρια σε συνέδρια σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Επιπλέον, έχει τιμηθεί με το βραβείο του Ευρω–Αμερικανικού Συμβουλίου Γυναικών “Goddess Artemis Awards” για την προσφορά στην επιστήμη “The Academician who connected greek language with media”, ενώ έλαβε υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών στο πλαίσιο του προγράμματος υποτροφιών για την ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ μελών ΔΕΠ Ελληνικών ΑΕΙ και Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ή Φορέων Ελληνικού Πολιτισμού στο εξωτερικό. Πρόσφατα έλαβε την τιμητική διάκριση «Για την προσφορά στο χώρο της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού» από το 6ο Διεθνές Συνέδριο Δημιουργικής Γραφής, καθώς και το «Βραβείο Γραμμάτων και Τεχνών Ελένη Σμαραγδή». Προσωπικότητες 2024-2025 από την Ακαδημία Ελληνικών Βραβείων Τέχνης.
Το έργο της Νικολέττας Τσιτσανουδή-Μαλλίδη διατρέχει τη γλωσσική επιστήμη, την εκπαίδευση και τη δημόσια σφαίρα, με έμφαση στη δυναμική της γλώσσας ως φορέα πολιτισμού, εξουσίας και ταυτότητας.
Αντώνης Μάριος ΠαΠαγιώτης

Αντώνης Μάριος ΠαΠαγιώτης

Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Διασχίζοντας ετερόκλητα ακαδημαϊκά πεδία που φαίνεται να συσχετίζονται, τελικά, με μια αόρατη πετρόλ κλωστή, συγκλίνω επίπονα στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία μου στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η εξειδίκευση στο πολιτικό και ψηφιακό μάρκετινγκ παραμένει σταθερά ενεργή. Τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα εστιάζουν, με αυξανόμενη ένταση, στις ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις των τεχνολογικά μεσολαβούμενων αλληλεπιδράσεων.

Ακολουθήστε μας

Πρόσφατες Δημοσιεύσεις