Ο Καθηγητής Βιοψυχολογίας Γιώργος Παναγής συνομιλεί με τον Αντώνη Μάριο ΠαΠαγιώτη για το Cyberscope, αναλύοντας τους νευροβιολογικούς μηχανισμούς που διέπουν τη συμπεριφορική εξάρτηση από την τεχνολογία και το διαδίκτυο. Παράλληλα, αναδεικνύει τις δυνατότητες της σύγχρονης έρευνας για την ανάπτυξη παρεμβάσεων και επισημαίνει τις ηθικές προκλήσεις που εγείρονται.
(Το πλήρες βιογραφικό του Γ. Παναγή
παρατίθεται στο τέλος της συνέντευξης)

Πώς μπορεί η κατανόηση των νευροβιολογικών μηχανισμών του εθισμού να υποστηρίξει την ανάπτυξη παρεμβάσεων για συμπεριφορές προβληματικής ή εξαρτητικής χρήσης του διαδικτύου;
Η κατανόηση των νευροβιολογικών μηχανισμών του εθισμού μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη αποτελεσματικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των συμπεριφορικών εξαρτήσεων, όπως π.χ. της εξάρτησης από το διαδίκτυο, μέσω διαφόρων προσεγγίσεων. Κατ’ αρχάς, η κατανόηση των νευροχημικών αλλαγών στο σύστημα ανταμοιβής (π.χ. στη ντοπαμίνη), μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη φαρμακευτικών θεραπειών (π.χ. ρυθμιστές ντοπαμινεργικής νευροδιαβίβασης) που θα μειώνουν την παθολογική επιθυμία για διαδικτυακή δραστηριότητα. Επιπλέον, οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις, όπως οι γνωστικο-συμπεριφορικές θεραπείες (CBT), μπορούν να τροποποιήσουν τη διαταραγμένη εγκεφαλική λειτουργία που προκαλεί ο εθισμός, ενισχύοντας την αυτορρύθμιση και τον έλεγχο των παρορμήσεων, συμβάλλοντας στην αποκατάσταση της φυσιολογικής εγκεφαλικής δραστηριότητας. Παράλληλα, με τη χρήση νευροαπεικονιστικών τεχνικών, όπως η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), μπορούμε να έχουμε τη δυνατότητα ανίχνευσης ατόμων με μεγαλύτερη προδιάθεση στον εθισμό, έτσι ώστε να αναπτύξουμε εξατομικευμένα προγράμματα παρέμβασης. Η τεχνολογία μπορεί επίσης να συνεισφέρει μέσω ψηφιακών εργαλείων, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και οι έξυπνες συσκευές που φοριούνται (wearables), που παρακολουθούν την εγκεφαλική δραστηριότητα και προειδοποιούν για μοτίβα εξαρτητικής συμπεριφοράς. Τέλος, αναδυόμενες τεχνολογίες, όπως η εικονική πραγματικότητα (VR), μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ασφαλή προσομοίωση εθιστικών ερεθισμάτων και την εκπαίδευση στην αντιμετώπισή τους. Εξίσου σημαντικό είναι και η ενημέρωση του κοινού και των επαγγελματιών υγείας μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων, που βασίζονται στις νευροεπιστήμες, ώστε να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί εγκαίρως η εξάρτηση από το διαδίκτυο και την τεχνολογία. Συνολικά, διεπιστημονικές προσεγγίσεις που συνδυάζουν τη νευροβιολογία, την ψυχολογία και την τεχνολογία μπορούν να προσφέρουν εξατομικευμένες και αποτελεσματικές στρατηγικές για την καταπολέμηση αυτής της σύγχρονης πρόκλησης.
Ποιες είναι οι προκλήσεις και οι ηθικές διαστάσεις της χρήσης νευροεπιστημονικών δεδομένων στην έρευνα και την αντιμετώπιση συμπεριφορικών εξαρτήσεων που σχετίζονται με την τεχνολογία;
Η χρήση νευροεπιστημονικών δεδομένων στην έρευνα και την αντιμετώπιση των συμπεριφορικών εξαρτήσεων που σχετίζονται με την τεχνολογία ενέχει σημαντικές προκλήσεις και ηθικές διαστάσεις. Αρχικά, ο εθισμός στην τεχνολογία παραμένει πολύπλοκος, καθώς επηρεάζεται από ψυχολογικούς, κοινωνικούς και τεχνολογικούς παράγοντες, γεγονός που καθιστά δύσκολη την πλήρη κατανόηση του σε νευροβιολογικό επίπεδο. Επιπλέον, δεν υπάρχει σαφές όριο μεταξύ φυσιολογικής και παθολογικής χρήσης της τεχνολογίας, γεγονός που δυσχεραίνει τη διάγνωση και την παρέμβαση. Επίσης, η γενίκευση των ερευνητικών αποτελεσμάτων είναι περιορισμένη, καθώς πολλά από τα δεδομένα προέρχονται από πειραματικά περιβάλλοντα, τα οποία ενδέχεται να μην αντανακλούν πλήρως την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις ερευνών τα ευρήματα είναι συσχετιστικά και δεν μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη αιτιότητας. Στην ηθική διάσταση, ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας, καθώς η ανάλυση νευροεπιστημονικών δεδομένων μπορεί να αποκαλύψει ευαίσθητες πληροφορίες για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των ατόμων. Υπάρχει π.χ. κίνδυνος κατάχρησης τέτοιων δεδομένων από εταιρείες τεχνολογίας, ασφαλιστικούς φορείς ή κυβερνήσεις για χειραγώγηση ή κατηγοριοποίηση των πολιτών. Υπάρχουν επίσης ηθικά διλήμματα σχετικά με την τροποποίηση της καθημερινής δραστηριότητας και συμπεριφοράς των ατόμων μέσω φαρμακευτικών, ψυχολογικών ή τεχνολογικών παρεμβάσεων. Για παράδειγμα, μέχρι που είναι θεμιτό να παρεμβαίνουμε και να τροποποιούμε τη συμπεριφορά ενός ατόμου; Ως προς την τεχνολογία, η χρήση εφαρμογών και έξυπνων συσκευών που μπορούν να φορεθούν (wearables) για την παρακολούθηση της εγκεφαλικής δραστηριότητας μπορεί όχι μόνο να ενδυναμώσει την πρόληψη της εξάρτησης αλλά και να ενισχύσει την εξαρτητική διαδικασία, θέτοντας το ερώτημα για το πότε η τεχνολογία μπορεί να γίνει εθιστική. Επομένως, η πρόοδος στις νευροεπιστήμες προσφέρει τεράστιες δυνατότητες, αλλά απαιτεί προσεκτική και ηθική διαχείριση.

Πώς μπορεί η έρευνα στη νευροβιολογία του εθισμού να ενημερώσει την ανάπτυξη ψηφιακών εργαλείων που προάγουν την ψυχική ευημερία και μειώνουν τον κίνδυνο διαδικτυακής εξάρτησης;
Η έρευνα στη νευροβιολογία του εθισμού μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη ψηφιακών εργαλείων που ενισχύουν την ψυχική ευημερία και μειώνουν τον κίνδυνο διαδικτυακής εξάρτησης με διάφορους τρόπους. Πρώτον, μέσω της κατανόησης των νευροβιολογικών μηχανισμών που σχετίζονται με την τεχνολογία και την εξάρτηση, οι επιστήμονες μπορούν να δημιουργήσουν προσωποποιημένα συστήματα παρακολούθησης και παρέμβασης, όπως εφαρμογές ευεξίας και συσκευές που μπορούν να φορεθούν (wearables), ώστε να παρακολουθούν την εγκεφαλική δραστηριότητα και τους φυσιολογικούς δείκτες στρες, προσφέροντας χρήσιμες τεχνικές χαλάρωσης. Επιπλέον, η εφαρμογή επιστημονικά τεκμηριωμένων στρατηγικών, όπως η γνωστικο-συμπεριφορική θεραπεία (CBT), είναι γνωστό ότι ενισχύουν την επαναφορά των νευρωνικών συνδέσεων που έχουν αλλοιωθεί από τον εθισμό. Ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να βοηθήσουν τα άτομα με προβλήματα εξάρτησης να αναγνωρίζουν τα ερεθίσματα που πυροδοτούν τον εθισμό και να ενισχύσουν την αυτοεπίγνωσή τους. Επίσης, τεχνολογίες όπως η εικονική και επαυξημένη πραγματικότητα παρέχουν ελεγχόμενη έκθεση σε εθιστικά ερεθίσματα και μπορεί να βοηθήσουν στη διαχείριση των παρορμήσεων. Τέλος, η ανάπτυξη ευφυών ρυθμίσεων περιεχομένου και προσαρμοσμένων ειδοποιήσεων με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να ενισχύσει την ψυχική ευημερία, προτείνοντας διαλείμματα και στρατηγικές αποσυμπίεσης. Καταλήγοντας, η νευροεπιστημονική έρευνα για τον εθισμό έχει βοηθήσει στο να κατανοήσουμε το πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος όταν εκτίθεται σε εθιστικά ερεθίσματα από την τεχνολογία. Οι γνώσεις αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν για τη δημιουργία ψηφιακών εργαλείων που δεν απαγορεύουν τη χρήση, αλλά τη ρυθμίζουν με έξυπνο τρόπο ώστε να ενισχύουν την ψυχική ευημερία.
Ποιος είναι ο ρόλος της ψυχοφαρμακολογίας στη διαχείριση συμπεριφορικών εξαρτήσεων που σχετίζονται με την υπερβολική χρήση του διαδικτύου, και ποιες είναι οι προοπτικές για μελλοντικές θεραπείες;
Η ψυχοφαρμακολογία μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των συμπεριφορικών εξαρτήσεων που σχετίζονται με την υπερβολική χρήση του διαδικτύου, καθώς αυτές μοιράζονται κοινά νευροβιολογικά μονοπάτια και μηχανισμούς με τις ουσιοεξαρτήσεις. Η υπερβολική χρήση του διαδικτύου επηρεάζει το νευρωνικό σύστημα ανταμοιβής και την ικανότητα του εγκεφάλου να ρυθμίζει το άγχος και τις παρορμητικές συμπεριφορές. Οι φαρμακευτικές προσεγγίσεις εστιάζουν στη ρύθμιση αυτών των νευροχημικών διεργασιών, ώστε να μειωθούν τα συμπτώματα του εθισμού. Παραδείγματα φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της διαδικτυακής εξάρτησης περιλαμβάνουν τη βουπροπιόνη, τους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), όπως η φλουοξετίνη, και τη ναλτρεξόνη, που στοχεύουν στη ρύθμιση της ντοπαμίνης, της σεροτονίνης και των ενδογενών οπιοειδών. Επιπλέον, φάρμακα που ενισχύουν τη συγκέντρωση και τον αυτοέλεγχο, όπως η μεθυλφαινιδάτη, χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση της καταναγκαστικής χρήσης του διαδικτύου. Η έρευνα κινείται αυτή τη στιγμή και στην ανάπτυξη φαρμάκων που να ενισχύουν τη νευροπλαστικότητα (π.χ. D-cycloserine, ρυθμιστές NMDA υποδοχέων) και να βοηθούν στην αποκατάσταση των νευρωνικών κυκλωμάτων που αλλοιώνονται από τον εθισμό. Παρά το γεγονός ότι η φαρμακευτική αγωγή σε αυτόν τον τομέα βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και δεν υπάρχει ακόμα εγκεκριμένη θεραπεία αποκλειστικά για την εξάρτηση από το διαδίκτυο, η συνδυασμένη χρήση φαρμάκων και ψυχολογικών παρεμβάσεων, όπως η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία (CBT), φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματική στην αντιμετώπιση αυτών των εξαρτήσεων.
Πώς επηρεάζει η υπερβολική χρήση ψηφιακών μέσων την εμφάνιση και την πορεία ψυχικών διαταραχών, όπως το άγχος και η κατάθλιψη, από νευροβιολογική σκοπιά;
Η υπερβολική χρήση ψηφιακών μέσων έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, καθώς επηρεάζει νευροβιολογικά συστήματα του εγκεφάλου, τα οποία ρυθμίζουν τη διάθεση, το άγχος και την ανταμοιβή. Η υπερδιέγερση του συστήματος ανταμοιβής λόγω της συνεχούς έκθεσης σε ψηφιακά ερεθίσματα, όπως η δραστηριότητα στα κοινωνικά δίκτυα και τα ηλεκτρονικά ή διαδικτυακά παιχνίδια, μπορεί να οδηγήσει σε απευαισθητοποίηση των υποδοχέων ντοπαμίνης, με αποτέλεσμα την αίσθηση ανηδονίας, η οποία συνδέεται με την κατάθλιψη. Επιπλέον, η υπερδραστηριοποίηση του υποθαλαμο-υποφυσιο-επινεφριδικού άξονα (HPA), που προκαλείται από την έκθεση σε στρεσογόνα διαδικτυακά ερεθίσματα, οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης, ενισχύοντας τα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Μάλιστα, η χρόνια υπερδιέγερση του HPA άξονα μπορεί να προκαλέσει αλλοιώσεις στον προμετωπιαίο φλοιό και στον ιππόκαμπο, περιοχές που σχετίζονται με τη ρύθμιση των συναισθημάτων. Παράλληλα, η διαταραχή του κιρκάδιου ρυθμού λόγω της χρήσης οθονών τη νύχτα επιφέρει διαταραχές στον ύπνο, με αποτέλεσμα αυξημένο άγχος και συναισθηματική αστάθεια. Οι συνέπειες στην ψυχική υγεία περιλαμβάνουν αυξημένο άγχος, κατάθλιψη, μοναξιά, καθώς και προβλήματα συγκέντρωσης και μνήμης, λόγω της συνεχούς εναλλαγής προσοχής. Για να μειωθεί ο αντίκτυπος αυτών των αρνητικών επιπτώσεων, προτείνονται στρατηγικές όπως η ψηφιακή αποτοξίνωση, η προώθηση φυσικής άσκησης, η εκπαίδευση στην ψηφιακή ευημερία και η εφαρμογή θεραπευτικών παρεμβάσεων, όπως η γνωστικο-συμπεριφορική θεραπεία. Μέσω αυτών των μεθόδων, μπορούμε να μειώσουμε τις αρνητικές συνέπειες της υπερβολικής χρήσης ψηφιακών μέσων στην ψυχική υγεία.
Ποιες είναι οι επιπτώσεις της διαδικτυακής συμπεριφοράς στη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου, και πώς αυτές οι αλλαγές μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά και την ψυχική υγεία των χρηστών;
Η διαδικτυακή συμπεριφορά επηρεάζει τη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου, δηλαδή την ικανότητά του να προσαρμόζεται και να δημιουργεί νέες συνδέσεις. Η υπερβολική χρήση του διαδικτύου, ιδιαίτερα σε πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ψηφιακών παιχνιδιών, μπορεί να έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία του εγκεφάλου. Από τη μία πλευρά, η έκθεση σε νέες πληροφορίες και η χρήση ψηφιακών εργαλείων ενισχύουν τη γνωστική ευελιξία και τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων. Επίσης, παιχνίδια που απαιτούν συντονισμό χεριού-ματιού βελτιώνουν τη χωρική αντίληψη. Από την άλλη πλευρά, η υπερβολική χρήση του διαδικτύου προκαλεί υπερδιέγερση του ντοπαμινεργικού συστήματος, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ικανότητα του εγκεφάλου να βιώνει ικανοποίηση χωρίς συνεχή ψηφιακά ερεθίσματα. Η κατάχρηση του διαδικτύου σχετίζεται επίσης με την ατροφία του προμετωπιαίου φλοιού, που είναι υπεύθυνος για τη λήψη αποφάσεων και την αυτορρύθμιση, ενώ η υπερδραστηριοποίηση της αμυγδαλής, που ρυθμίζει το άγχος, οδηγεί σε αυξημένη ευαισθησία στο στρες και σε καταθλιπτικά συμπτώματα. Τέλος, η συνεχής εναλλαγή προσοχής στις ψηφιακές πλατφόρμες μπορεί να μειώσει τη συγκέντρωση και να οδηγήσει σε προβλήματα μνήμης. Οι αρνητικές αυτές νευροπλαστικές αλλαγές συνδέονται με αυξημένο άγχος, κατάθλιψη, εξασθένιση της μνήμης και εθιστικές συμπεριφορές. Για την αντιστροφή αυτών των επιπτώσεων, προτείνονται στρατηγικές όπως η ψηφιακή αποτοξίνωση, η ενίσχυση δραστηριοτήτων που ενισχύουν τη φυσική νευροπλαστικότητα (άσκηση, ενασχόληση με την τέχνη, διάβασμα), ενώ επιπλέον η σωστή διατροφή και ο ποιοτικός ύπνος μπορούν να συμβάλουν στην αποκατάσταση της εγκεφαλικής λειτουργίας. Ψυχολογικές παρεμβάσεις, όπως η γνωστικο-συμπεριφορική θεραπεία (CBT), μπορούν επίσης να βοηθήσουν στην αναδόμηση των εγκεφαλικών κυκλωμάτων.
Πώς μπορούν οι γνώσεις από τη φυσιολογία της συμπεριφοράς να εφαρμοστούν στην κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ ανθρώπου και τεχνολογίας, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις υπερβολικής χρήσης ψηφιακών μέσων;
Οι νευροεπιστήμες προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις για την κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ ανθρώπου και τεχνολογίας, ειδικά όταν η χρήση ψηφιακών μέσων γίνεται υπερβολική ή καταναγκαστική. Η αλληλεπίδραση με τα ψηφιακά μέσα ενεργοποιεί νευρωνικά κυκλώματα που σχετίζονται με το σύστημα ανταμοιβής, την προσοχή, τα συναισθήματα και τη μνήμη. Η συνεχής αλληλεπίδραση με κοινωνικά δίκτυα, βιντεοπαιχνίδια και ειδοποιήσεις προκαλεί υπερδιέγερση του συστήματος ανταμοιβής, ενισχύοντας τον καταναγκαστικό έλεγχο των ψηφιακών συσκευών και οδηγώντας σε εθιστικά μοτίβα συμπεριφοράς. Παράλληλα, η υπερφόρτωση πληροφοριών και η συνεχής εναλλαγή μεταξύ ψηφιακών ερεθισμάτων μειώνουν την ικανότητα συγκέντρωσης, την ενεργό μνήμη και τη δυνατότητα ολοκλήρωσης σύνθετων γνωστικών εργασιών. Επιπλέον, η παρατεταμένη έκθεση σε αρνητικά ψηφιακά ερεθίσματα προκαλεί υπερδιέγερση της αμυγδαλής, αυξάνοντας τον κίνδυνο άγχους και κατάθλιψης. Η εφαρμογή των νευροεπιστημονικών γνώσεων μπορεί να επιτρέψει την ανάπτυξη περισσότερο ανθρωποκεντρικών ψηφιακών συστημάτων, να συμβάλει στην πρόληψη των αρνητικών επιπτώσεων της τεχνολογίας στην ψυχική υγεία και τη δημιουργία στρατηγικών για υγιέστερη ψηφιακή συμπεριφορά.
Ποιες είναι οι προκλήσεις στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των διαδικτυακών παρεμβάσεων για την πρόληψη και αντιμετώπιση της διαδικτυακής εξάρτησης, και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν;
Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των διαδικτυακών παρεμβάσεων για την πρόληψη και αντιμετώπιση της διαδικτυακής εξάρτησης αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις τόσο σε μεθοδολογικό όσο και σε ηθικό επίπεδο. Η έλλειψη σαφούς ορισμού της διαδικτυακής εξάρτησης και η ποικιλία των μορφών της καθιστούν δύσκολη την εφαρμογή ενιαίων διαγνωστικών μεθόδων, ενώ οι υπάρχουσες μετρήσεις (π.χ. Internet Addiction Test) βασίζονται σε αυτοαναφορές που συχνά δεν είναι αξιόπιστες. Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των διαδικτυακών παρεμβάσεων γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη λόγω της δυσκολίας μέτρησης της μακροπρόθεσμης αλλαγής συμπεριφοράς και της διαφορετικής συμμετοχής των χρηστών, που μπορεί να επηρεάσει τα ευρήματα. Επιπλέον, η συλλογή μεγάλου όγκου δεδομένων για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας δημιουργεί ηθικά ζητήματα, όπως η προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας. Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, οι μελλοντικές έρευνες πρέπει να συνδέσουν τα νευροεπιστημονικά ευρήματα με κλινικές πρακτικές και να αναπτύξουν ηθικά ψηφιακά εργαλεία πρόληψης και θεραπείας, εστιάζοντας στην αποτελεσματικότητα και λαμβάνοντας υπόψη την προστασία των χρηστών.
Ο Γεώργιος Παναγής είναι πτυχιούχος του Τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών καθώς και του Τμήματος Ψυχολογίας και διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ενώ έχει πραγματοποιήσει μεταδιδακτορικές σπουδές στο Ινστιτούτο Karolinska της Στοκχόλμης.
Τον Αύγουστο του 2000 ανέλαβε τα καθήκοντά του ως μέλος ΔΕΠ (Λέκτορας) στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπου σήμερα έχει εξελιχθεί και υπηρετεί ως Καθηγητής και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ίδιου Πανεπιστημίου, ενώ έχει διατελέσει και Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Υπήρξε Επισκέπτης Καθηγητής στο Τμήμα Ψυχιατρικής και Ψυχοθεραπείας του Charité της Πανεπιστημιακής Ιατρικής, στην Πανεπιστημιούπολη Mitte στο Βερολίνο (Μάρτιος 2010–Δεκέμβριος 2010) και στο Πανεπιστήμιο του Cagliari, στο Τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών, στον Τομέα Τοξικολογίας, στην Ιταλία (Ιούνιος 2012–Ιούλιος 2012).
Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Τμήματος Ψυχολογίας (2014–2018), μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΑΝΑ (2017–2020) και μέλος της ομάδας εργασίας για την ιατρική χρήση της κάνναβης στο Υπουργείο Υγείας (2016–2017).
Έχει επίσης διατελέσει Γενικός Γραμματέας (2011–2013) και Πρόεδρος (2013–2015) της Ελληνικής Εταιρείας για τις Νευροεπιστήμες, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Federation of the European Neurosciences Societies (2013–2015) και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της European Behavioural Pharmacology Society (2015–2019). Παράλληλα, συμμετέχει ως επιμελητής έκδοσης, μέλος συντακτικών επιτροπών και κριτής σε διάφορα έγκριτα επιστημονικά περιοδικά του πεδίου του.
Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη μελέτη των νευρωνικών συστημάτων ανταμοιβής και στον ρόλο που αυτά διαδραματίζουν στην ανάπτυξη του εθισμού από ψυχοτρόπες ουσίες (π.χ. νικοτίνη, κανναβινοειδή) και στην εκδήλωση ψυχικών διαταραχών (διαταραχές διάθεσης), καθώς και στη μελέτη προστατευτικών και προδιαθεσικών παραγόντων στις διαταραχές χρήσης ουσιών.
Είναι συγγραφέας ενός βιβλίου και σημαντικού αριθμού επιστημονικών εργασιών σε διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους, ενώ έχει συμμετάσχει και στην επιμέλεια σημαντικών ξενόγλωσσων διδακτικών εγχειριδίων νευροεπιστημών και ψυχοφαρμακολογίας.
Επίσης, έχει συμμετάσχει σε δεκάδες διεθνή και ελληνικά συνέδρια και έχει πραγματοποιήσει πλήθος ομιλιών στο ευρύ κοινό. Το επιστημονικό του έργο έχει αναγνωριστεί διεθνώς με πάνω από 2.800 αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία (Google Scholar).
Δημοσιευμένο Έργο:
-Katsidoni, V., Tzatzarakis, M.N., Karzi, V., Thermos, K., Kastellakis, A., & Panagis, G. (2020). Differential effects of chronic voluntary wheel-running on morphine induced brain stimulation reward, motor activity and striatal dopaminergic activity. Behavioural Brain Research, 394, 112831. https://doi.org/10.1016/j.bbr.2020.112831
-Papadakakis A., Sidiropoulou K., & Panagis G. (2019). Music exposure attenuates anxiety- and depression-like behaviors and increases hippocampal spine density in male rats. Behavioural Brain Research, 372, 112023. https://doi.org/10.1016/j.bbr.2019.112023
-Pitsilis, G., Spyridakos, D., Nomikos, G.G., & Panagis, G. (2017). Adolescent female cannabinoid exposure alters the reward-facilitating effects of Δ9-tetrahydrocannabinol and d-amphetamine in the adult male offspring. Frontiers in Neuropharmacology, Frontiers in Pharmacology, 8, 225. https://doi.org/10.3389/fphar.2017.00225
-Mavrikaki, M., Kastellakis A., Schintu N., Nomikos, G.G., Svenningsson P., & Panagis, G. (2014). Effects of lithium and aripiprazole on brain stimulation reward and neuroplasticity markers in the limbic forebrain. European Neuropsychopharmacology, 24(4), 630–638. https://doi.org/10.1016/j.euroneuro.2013.10.014
-Katsidoni, V., Kastellakis A., & Panagis, G. (2013). Biphasic effects of Δ9-tetrahydrocannabinol on brain stimulation reward and motor activity. International Journal of Neuropsychopharmacology, 16, 2273-2284. https://doi.org/10.1017/S1461145713000709
-Katsidoni, V., Anagnostou, I., & Panagis, G. (2013). Cannabidiol inhibits the reward-facilitating effect of morphine: involvement of 5-HT1A receptors in the dorsal raphe nucleus, Addiction Biology, 18, 286-296. https://doi.org/10.1111/j.1369-1600.2012.00483.x
-Vlachou, S., Stamatopoulou, F., Nomikos, G.G., & Panagis, G. (2008). Enhancement of endocannabinoid neurotransmission through CB1 cannabinoid receptors counteracts the reinforcing and psychostimulant effects of cocaine, International Journal of Neuropsychopharmacology, 11, 905-923. https://doi.org/10.1017/S1461145708008717


